1984. Ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Λίνα Νικολακοπούλου γράφουν «Κανονικά» για την Δήμητρα Γαλάνη. Φουλ τυραννικά. Σκέφτομαι πάντα ό,τι αυτά τα τραγούδια γραφτήκαν Ιανουάριο. Χειμώνα. Χωρίς συμπόνια. Μία ουρανό, μία Άδη. Άνθος και μαρασμός σε εναλλαγές ταχύτητας έρωτα. Ιανουάριος με βροχή. Ξαναγυρίζω στο κρεβάτι μη χάσω έστω και λίγο απ’ τα ζεστά παράπονά σου. Την κρύα μύτη σου. Τα ρόδινα χείλη σου. Χειροβομβίδα η καρδιά μου. «Τα χείλη είναι για φιλιά» και παραδίνομαι. Είσαι η ίδια η ομορφιά. Ερωτικό μου τοπίο και κυκλοθυμικός διακόπτης μου. Ρωτάω από το πρωί που είναι η καρδιά και όλο οι στίχοι της Λίνας στο μυαλό μου. «Λοιπόν εδώ ειν’ η καρδιά για όποιον δεν το ξέρει εδώ και το μαχαίρι που κάποτε έμπαινε βαθιά». Κάθε πρωί και πιο βαθιά. Του έρωτα μου πουλιά και θαύματα. «Ο έρωτας κι ο ουρανός, δεν ειν’ στο χέρι κανενός, μονάχα στο δικό σου». Αυτοδύναμο κράτος ο έρωτάς μας. Δίκλωνο μετάξι η αγάπη μας. Ολημερίς για μας τους δυο, αγάπη μου. Σε κιλίμια μελωδίας κυλιόμαστε. Σε αυτόν τον «τόπο» ολοχρονίς ευωδιάζει. Ανάμεσα στα πόδια μας ευωδιάζει. Μη σηκωθείς. «Αφού βρέχει και χιονίζει έξω έλα να σε παίξω». Υγρασία στο λαιμό μου και στα πόδια. Χιονίζει. Τίποτε πιο άσπρο από τα δικά μας σεντόνια. «Στου πέμπτου ορόφου τον παράλληλο, το έργο που θα δείτε είναι ακατάλληλο». Μία τύφλωση, μία παραφορά, μία τρέλα, μία ανταύγεια. «Μια συννεφιά και μια φωτιά, ειν’ η μεγάλη αγάπη, δυο νύχτες λάμπει στη σιωπή, μετά στη μέση σαν κοπεί δεν υπάρχει». Ένα συν ένα ίσον άπειρο. Ρωτάω από το πρωί πού είναι η καρδιά. Σε ποιο χέρι. Σε ποια μεριά. Δεν είναι στο δεξί. Ξεκινάει από την πλάτη σου και καταλήγει στο στόμα. Αν παραδοθείς. «Όποιος φοβηθεί να ονειρευτεί, σώμα δε θα βρει να μοιραστεί κι όποιος κοιμηθεί πριν παραδοθεί, χάνει τη στιγμή που δε γυρίζει πια». Διαβάζω πλάγια, πριν φορέσω τα παπούτσια μου. «Τα έργα που ‘χες σημειώσει στην ανοιγμένη εφημερίδα, εγώ τα είδα». Βγαίνω γρήγορα στο δρόμο με λυμένα κορδόνια. Βρέχει σταγόνες από δικές σου ημέρες. Περπατώ αργά. Αργώ. Τεμπελιάζω για να σε σκέφτομαι να λάμπεις. Σαν την Καρέζη «μέσα στα ασπρόμαυρα φιλιά». Απ’ όλες τις αναχωρήσεις μου, η πιο ανυπόμονη. Να τρέξω τώρα, να κλείσω τις κουρτίνες. Μη φύγει το σκοτάδι που λατρεύουμε. «Κλείσε το φως και πάρε με να φτάσω εκεί που πας». Όλη η διαδρομή -μέσα στο αδιάβροχό σου- δεκατέσσερα χαμόγελα. Δεν θέλω τίποτα να σου πω. «Μια λέξη που δεν λέει να βγει ειν’ η μεγάλη αγάπη, τα δίνει όλα στο φιλί, ύστερα κόβει σαν γυαλί και δεν υπάρχει». Μέσα στ’ αδιάβροχό σου, υγρή όσο ποτέ. Συμβαίνει χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς. Βουίζει η καρδιά μου σα μελίσσι. Στ’ αριστερό παράθυρό μου σκαλωμένα, τα δυο σου χείλη. Μη μπει αμέσως φως. «Για να κάνει ένας δεσμός ανταύγεια, φέρτε του σκοτάδια, κι αν σου πω πως σαν αγάπη μοιάζεις, πες μου πού με βάζεις». Λατρεία μοιάζεις. Σου λέω σ’ αγαπώ και ξέρω τι θα χρεωθώ. Ανεβαίνω στις κορυφές του ανθρώπου. Εσύ, τα μάτια σου, οι υάκινθοι και η καρδιά μου. «Τα μάτια είναι για το ναι» και στα δικά σου πάντα «ναι», κυρίως όταν αρνείσαι. Αυτό που είναι στο χέρι σου να μου το δώσεις. «Μην πάμε απόψε πουθενά, μόνο μια βόλτα μακρινή στην παραλία». Αυτά που θέλω και μπορώ, όλα θα στα δίνω. Το χέρι σου να μην αφήνω. Και έρωτα και ουρανό, «στο χέρι κανενός, μονάχα στο δικό σου». Παραδώσου.