Μην ακουμπάς τη βαλίτσα σου, Νικολάι. Μην τακτοποιείς τα ρούχα σε στοίβες, μην τα στριμώχνεις στα μισογεμάτα συρτάρια. Μη μετακομίζεις το βλέμμα σου, εσύ είσαι πάντα για μία μόνο ακτή, εκεί που η ιστορία βαραίνει την πραγματικότητα από αρχαιοτάτων χρόνων, εκεί που τα βουνά όλα παραμερίζουν για να φανερωθεί ένα μόνο, ένα χαμηλό βουναλάκι φτιαγμένο από δήθεν στάχτες ηρώων. Όλα τελικά γίνονται όπως θέλουν να τα θυμούνται, και θα υπέθετες πως αφού φτιάχνουν έτσι την ιστορία, θα τη μάθουν κιόλας. Κι εγώ που ίδρωνα να γράφω την ιστορία σου, είχα τους σκοπούς μου. Όμως κι εσύ κι εγώ μέναμε ανεπίδεκτοι και λαίμαργοι να κοιτάζουμε τη γη που απλώς γύριζε. 

Μην ακουμπάς τη βαλίτσα σου εδώ, ούτε εκεί. Μην την ακουμπάς πουθενά, δηλαδή. Κράτα τη στην εξώπορτα. Θα δεις, κανείς δε θα την πάρει. 

Μην ξεντύνεσαι, Νικολάι. Τα ξανθά της μαλλιά έχουν κρύψει το πρόσωπό της από τη μία μεριά, κι απ’ την άλλη, τη φανερή, κοιτάει την εξώπορτα. Μην προσπαθείς να διακρίνεις τα χαρακτηριστικά πίσω απ’ τον καπνό, είναι η ομίχλη του ανθρώπου που δεν ξέρει προς τα πού να σε φυσήξει. Δες, σηκώνει μάτια και κεφάλι ψηλά και σε φυσάει σε κύκλους για να το αντέξει. Σε βλέπει σαν ήδη καμένο. 

Μην απλώνεις το χέρι. Το ‘χεις καταστρέψει από μικρό παιδί, τότε που σε βόλευε να γράφεις με τέσσερα δάχτυλα τυλιγμένα στο μολύβι αντί για τρία, σα να ‘πρεπε ταυτόχρονα να ορκιστείς για κάτι. Κανείς σχεδόν δεν το είχε προσέξει. Τώρα έχει αρχίσει να πονάει λίγο, να μουδιάζει στο κρύο περισσότερο απ’ το αριστερό, το λιγότερο κουρασμένο. Μην της το δίνεις, μην περιμένεις να το κρατήσει, δεν είναι καλό το χέρι σου Νικολάι. 

Μην κοιτάς τα τακούνια της. Δεν θα στριμωχτεί πάνω τους, δε θα βάλει το βιβλίο που της χάρισες στο κεφάλι της να περπατήσει για να φτάσει σε σένα. Δε θα μάθει να σε βρίσκει. Δε θα κρατηθεί απ’ τον ώμο σου όταν κουραστεί, κι όταν θ’ ανοίγει την εξώπορτα για να μπει μέσα και την πονούν, θα τα πετάει με δύναμη στους τοίχους βρίζοντας, θα κοιτάζει τις φουσκάλες στα κόκκινα πόδια της και θα κοιμάται με το φόρεμα και τα ταιριαστά χρώματα γύρω απ’ τα μάτια και τα χείλη της ασκούπιστα, αδιαφορώντας για το αύριο. 

Μην κοιτάς τα μάτια της, Νικολάι. Δεν ξέρουν κάτι παραπάνω, επειδή αποφάσισαν ήδη. Αν μη τι άλλο, πρέπει να αφήσεις τους ανθρώπους να ζήσουν όπως μπορούν. Μην την κατηγορήσεις.

-των ματιών σου
το πράσινο
οξυγόνο-

Μη χαμηλώνεις τα μάτια, Νικολάι. Μάζεψε τα τακούνια της απ’ το πάτωμα, άστα δίπλα στο κρεβάτι της, να τα φορέσει ξανά όταν ξυπνήσει. Αν μη τι άλλο, θα ‘ναι καλύτερα απ’ το να περπατήσει ξυπόλητη. Άσε ένα σημείωμα πάνω στα τσιγάρα της, να μην καπνίζει πια τόσο, κι άσε τα δακτυλικά σου αποτυπώματα στο πόμολο μήπως και θελήσει να την ανακρίνεις κάποτε. Άλλωστε, θα ‘φταιξες κι εσύ που εκείνο το πρωί έφυγες δίχως δεύτερο φιλί. 

Σήκωσε τη βαλίτσα σου, Νικολάι. Περπάτα. Σύρε την, κουβάλα την ψηλά στα δυο σου χέρια σα να ‘χει μέσα νερό που δεν πρέπει να χυθεί. Περπάτησε Νικολάι, όταν ήσουν μικρός έμαθες να το κάνεις σωστά, τα πόδια σου δε θα ‘πρεπε να τρέμουν. Μη νοιάζεσαι για τους περαστικούς, αν σε ρωτήσουν, πες πως στο πρόσωπό σου κυλάει το νερό απ’ τη βαλίτσα σου. Μπορεί να βρέξει κιόλας, αν είσαι τυχερός, και να τρέξεις πιο γρήγορα μακριά από την απουσία της. Φρόντισε μόνο να ευχηθείς να βρέξει λίγο, μη χρειαστεί να θυσιάζεις πια ζωή σε απουσίες.

 

Ηχογραφία
Το soundtrack του μήνα, επιλεγμένο υπό τις διακεκομμένες στιγμές μιας καθημερινής παραμυθίας.

 

Wall - Shoestring

Δεν ξέρεις αν είναι γλυκό σαν νανούρισμα ή σαν ήχος που θες να ακούσεις με κλειστά ακόμα τα μάτια το πρωί. Σαν φιλί που δεν πειράζει που λείπει απ’την καλημέρα και την καληνύχτα σου, γιατί η ζωή είναι όμορφη έτσι κι αλλιώς.

 

Kisses - The Hardest Part

Οι Kisses μάς θυμίζουν την αθωότητα του έρωτα όπως τον ζήσαμε στα τραγούδια των 80s. Καθαρός, χορευτικός έρωτας που δεν του ‘λειψε ούτε μια στιγμή η αγάπη και η ζεστασιά.

 

Elephant - Skyscaper

Ποτέ η καλή ποπ δεν ξαναϋπήρξε τόσο αναγκαία, όσο τώρα. Κάθε άκουσμα τέτοιων κομματιών και συγκροτημάτων το επιβεβαιώνει.