- Μου είναι αδιανόητο να πιστέψω πως συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ποιοι είναι εκείνοι που μπορούν να ορίζουν το συναίσθημά σου; 

- Το χρώμα. Μόνον εκείνο μπορεί κι αυτό υπό προϋποθέσεις.

Η σκελετωμένη γυναικεία φιγούρα χαμογέλασε σουφρώνοντας τα γερασμένα ξερά χείλη της κι έκανε τις ανύπαρκτες ρυτίδες του κατάλευκου μάγουλού της ορατές στο φως του τζακιού. Μιλούσε και πάλι με το παρελθόν της. Της άρεσε να κάνει στάσεις σε πρόσωπα που αγάπησε. 

Τεντώθηκε προσέχοντας να μην ξετυλιχτεί από την καμηλό κουβέρτα, έδωσε μπροστινή απότομη ώθηση και αρπάζοντας τη γυάλινη κορνίζα με τον αποψινό συνομιλητή άφησε το σώμα της να ακολουθήσει την κίνηση της κουνιστής γέρικης πολυθρόνας πίσω και πάλι.

Ήταν στις φωτογραφίες στο τζάκι σε περίοπτη θέση δίπλα στον Πέτρο, στα χρώματα του ουράνιου τόξου, σε έναν σκύλο και στον λόγιο από την Κρήτη, παρά δίπλα σε όλη την οικογένειά της και σε αμέτρητες άλλες χάρτινες, ακουμπισμένες τη μία πάνω στην άλλη, δίπλα από σουβενίρ προσωπικών στιγμών.

Την κράτησε στοργικά στα απαλά μακριά δάχτυλά της, χαϊδεύοντας σχεδόν τις κοφτερές γωνίες. Της άρεσε να έχει δυο λόγια γραμμένα από τον εκάστοτε εικονιζόμενο. Είτε από υπολογιστή είτε χειρόγραφα, τα έκοβε σύριζα με το ψαλίδι και τα κολλούσε με προσοχή στο πίσω μέρος. 

Γύρισε τη φωτογραφία ανάποδα να θυμηθεί τα δικά του λόγια.

«Έγινα μυρμήγκι στα χέρια της εκάστοτε χαράς σας. Το παν ήταν η χαρά σας. Έγινα ένα δευτερόλεπτό σας και μετά αυτοκαταστράφηκα. Σημασία είχε η χαρά σας. Υπήρξα πάντοτε ο κουλτουριάρης κλόουν».

Ένα δάκρυ έλαμψε γεμάτο φλόγα καμένου ξύλου βρίσκοντας εύκολη ροή να φτάσει στα χείλη της. Έβγαλε τη γλώσσα της πλάι, το μαγνήτισε και το κατάπιε. Αρμυρό ήταν. Αρμυρό σαν τον άδικο για εκείνη χαμό του. Ήξερε όμως πως εκείνη η αρμύρα του ήταν που είχε μείνει μνήμη στον κόσμο να θυμάται την διαφορετικότητά του.

Άραγε την ήξερε ο ίδιος εκείνη την διαφορετικότητα;

Είχαν γνωριστεί σε ένα χωριό του διαδικτύου. Ήταν σχεδόν συνομήλικοι στην τρέλα παρ’ ότι εκείνος ήταν υπερδιπλάσιας ηλικίας από εκείνη. Την παρότρυνε πάντα να εκδώσει τους θησαυρούς της. 

Πριν αποφασίσει να αποσυρθεί στην κουνιστή πολυθρόνα της είχε προλάβει να γράψει είκοσι τρία βιβλία, θαυμαστά όλα. Εκείνος ξανάγραφε το πρώτο του για πεντηκοστή τρίτη φορά όταν έφυγε. Όλο κάτι καινούργιο πρόσθετε και ποτέ δεν τελείωνε. Έτσι ήταν αυτός, έκανε τα πάντα με το μυαλό του μόνο, σαν φαντασίωση που την ζούσε και αμέσως πήγαινε για άλλη.

Θαύμασαν αμέσως ο ένας τον άλλον κι αυτό ήταν η αγνή ταυτότητα του δεσμού τους. Εκείνος θαύμασε το κόκκινο αίμα στα χείλη της. Θαύμασε πιο πολύ το δαγκωμένο, γεμάτο κόκκινα αίματα, μαχαίρι στα χείλη της. Την αγάπησε, αγάπη ζωής, από το μαχαίρι αυτό το κόκκινο. Λάτρεψε που αντίθετα με τον ίδιο, εκείνη δεν είχε καμία ενοχή για την ύπαρξή της. Την τίμησε που είχε κάνει την πάλη του καλού με το κακό λειτουργία να ψέλνεται στους ναούς της. Όριζε με δικούς της νόμους το καλό και το κακό. Ήταν δίκαιη όμως.

«Χαστουκιέρα» την φώναζε…

Ίσως γιατί σίγουρα ήταν ατρόμητη μα πιο πολύ γιατί είχε πάντα ένα μεγάλο χαστούκι να ρίξει στα κακώς κείμενα. Και ήταν πολλά τότε.

Εκείνος πάλι, είχε δική του ζωής θεώρηση. Ήταν μαχητής για το σύνολο, έτοιμος πάντα να κατακεραυνώσει την αδικία. Μπορούσε ανά πάσα στιγμή να μπει σε άνισες μάχες και να «κόψει λαρύγγια» μπροστά στο κοινό καλό. 

Ήταν όμως λίγος για την προάσπιση των δικών του συμφερόντων. Κάποια μοίρα με ρίζα βαθιά καρφωμένη στο σόι του πολλά χρόνια πίσω, όριζε καθοριστικά τις αποφάσεις που αφορούσαν το μέλλον του. Ίσως γιατί ποτέ δεν πίστεψε στο δικό του μέλλον μέσα από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ίσως γι’ αυτό και να έμεινε πάντα μοναχική σκιά γεμάτη από σκούρες αποχρώσεις και σύννεφα. 

Της έγραφε συχνά κι εκείνη φύλαγε τα κείμενά του σε ξεχωριστή θέση. Πιο συχνά διαφωνούσαν και πάντα όταν μιλούσαν έθιγαν ένα κάρο θέματα λες και κάποιο μάτι της μοίρας καραδοκούσε να τους σταματήσει αυτή την απόλαυση. 

Κάποτε της έγραψε τρεις λέξεις μόνο. 

«Τι είναι έρωτας»; 

Η απάντηση ήλθε αυτόματα με τρεις λέξεις μόνο.

«Είναι τα πάντα».

Η «μάχη» του διαλόγου τους είχε μόλις αρχίσει. Εκείνος συνέχισε.

«Είναι ο έρωτας ο ανεκπλήρωτος αυτός που καθορίζει τις ανθρώπινες συμπεριφορές; Που οδηγεί σε καταστάσεις στενάχωρες, ποτισμένες από δάκρυα, ανικανοποίητες ή ακόμα και καταθλιπτικές; Ή μήπως ο έρωτας είναι αυτός καθ’ εαυτός τα πάντα;

Αυτός ο φτερωτός θεός με την όψη νεαρού αγνού αγγελουδιού, όπως τον φαντάστηκε η Αναγέννηση; Με την μορφή του καταρράκτη όπως τον ύμνησε ο Μποντλαίρ; Με την όψη ποταμιού που πνίγει τις ντροπές όπως τον έγραψε ο Εμπειρίκος; Με τις νότες Ναπολιτάνικης καντάδας; Με το κλάμα μοιρολογιού γυναίκας χήρας; Με την απαλότητα του Δάφνη και της Χλόης; Με το σφάλμα του Ορφέα με την Ευρυδίκη;»

Σαν ένας αόρατος διαιτητής να έδειξε την πλευρά του δικού της τερέν, η Χαστουκιέρα άρπαξε το μπαλάκι και τέντωσε το σώμα της να το ξαναπετάξει:

«Ο έρωτας είναι η ίδια η ζωή. Από εκεί πηγάζει και αμφίδρομα εκεί εκβάλει. Ο αληθινός έρωτας είναι και θάνατος και γέννηση. Και κλάμα και γέλιο. Και μέλι και δηλητήριο. Είναι υγρά χείλη που στεγνώνουν άξαφνα, αφήνοντας απ’ έξω την λογική της χημείας, για να περάσει στο αλλόκοτο ανεξήγητο. Είναι το τρέμουλο που από τα δάχτυλα πετάγεται στο στομάχι για να το σφίξει και από ‘κει στα μηνίγγια να τα κάνει να πάλλονται, κρύβοντας το ποτάμι στις φλέβες. Είναι ο ιδρώτας στο μέτωπο, μα και η ψυχή που φωνάζει «μου λείπεις». Είναι τα ενωμένα μέλη, μη χαθεί το σμίξιμο, λίγο πριν την κορύφωση. Είναι το πέρασμα στην απέναντι διάσταση, εκεί που καραδοκεί ο θάνατος και είναι ο χλευασμός στον μαύρο πρίγκιπα με την μπέρτα και το δικράνι. Είναι το ταξίδι στα χρώματα των κυττάρων.

 Το τραγούδι των αρτηριών. Η αστραπή που ανάβει και σβήνει σε δευτερόλεπτα, μα αφήνει χαρακιά ανεξίτηλη. Είναι οι αποξηραμένες οπές των πόρων που ανασάνουν ξαφνικά. Είναι τα δύο αρχικά, σκαλισμένα στην αιωνόβια ιτιά και στον απόκρημνο βράχο. Είναι το παγωμένο αίμα στο χιόνι που ακόμα λαμπυρίζει. Είναι το ποίημα που δεν θα γραφτεί ποτέ. Είναι η λαχτάρα της προσμονής. Είναι το καλπάζον άρμα, το φέρον την προσμονή της λαχτάρας. Είναι το δώρο του σύμπαντος στη γη, να ξεχωρίσει από όλα τα άστρα. Είναι τα άστρα που λείπουν. Είναι το πορτραίτο της Λαμπέτη στην Κάλπικη Λύρα».

Η γριά μπαλαρίνα –έτσι την είχε ζωγραφίσει κάποτε κι είχαν σκάσει στα γέλια γιατί της είχε βάλει ένα δίκοπο βίκινγκ τσεκούρι στα χέρια και κράνος με κέρατα- άφησε τη φωτογραφία στα γόνατά της πάνω από την κουβέρτα. Πάτησε play να παίξει ένα από τα αμέτρητα βίντεο που είχε φτιάξει. Το Ηπειρώτικο μοιρολόι ξεχύθηκε παντού στο δωμάτιο κρύβοντας το χιόνι που έπεφτε στην ψυχή της από τη σκέψη του. Άρχισε να ρέει από τους πόρους των τοίχων μα κι από εκείνους στο δέρμα της. Το αρχέγονο κλαρίνο την βούτηξε πάλι από την καρδιά. Πόσες φορές είχανε κλάψει μαζί στο άκουσμά του. Πόσα κείμενα είχε γράψει ταξιδεύοντας στον πόνο του. Πόσες ζωγραφιές είχε εκείνος ολοκληρώσει με τελευταία πινελιά τα δάκρυά του για τούτο το τραγούδι. Το μνημονικό της επέστρεψε στα λόγια τους πριν πιάσει τη φωτογραφία. 

- Μα εσύ είσαι εκείνος που ορίζει το χρώμα. Δικό σου λοιπόν είναι το συναίσθημα, εσύ το παράγεις. Γιατί επιτρέπεις στους «τίποτες» να σου επιβάλουν ορισμούς;

- Ξέρω που πατάω, είμαι εγωιστής, μην το ξεχνάς. 

- Γίνε πιο πολύ. Πάτα γερά και γάμισέ τους, μπορείς. Πού είναι η μηχανή που κατασκεύασες; Γιατί την χρησιμοποιείς μόνο για το κοινό καλό; Το δικό σου καλό γιατί να περιμένει;

«Κάποτε θα φτιάξω ένα όπλο που θα εκτοξεύει σε ριπές τριακόσια μικρά πολύχρωμα γιαουρτάκια το λεπτό και όπου βλέπω τα ομοιώματα –έτσι αποκαλούσε τον μέσο βολεμένο- θα πατάω την σκανδάλη», της είχε πει και του είχε προτείνει μόλις θα το έφτιαχνε να το δοκίμαζε πρώτα σε πολιτικούς. 

Έτσι έμεινε και το καινούργιο του όνομα: Γιαουρτοβόλος. 

- Το παν, καλή μου, είναι να γιαουρτώνεις πρώτα τον ίδιο σου τον εαυτό. Να αυτοσαρκάζεσαι. Μετά έρχεται το δικαίωμα να διεκδικήσεις για σένα. 

- Είσαι καλός και το ξέρεις. Εκτός από τις στιγμές που «δουλεύεις» το κοινό σου, κάνεις μαγικά πράγματα. Διεκδίκησε τη θέση σου, όχι στην ιστορία, μα στην ολοκλήρωσή σου. 

Τα μάτια της είχαν σχεδόν κλείσει από την κούραση, κάνοντας την γύρω αύρα να θαυμάσει το λεπτό μακιγιάζ γύρω από το υπέροχο σχήμα τους, όταν ένας ακόμα διάλογός τους ήλθε κι έπαιξε σαν μαγνητοταινία λίγο πάνω από τα σκουλαρίκια της και λίγο κάτω αριστερά από το κολιέ στο στήθος της που ανάσανε με δυσκολία λόγω του άσθματος. Άκουσε και πάλι τη φωνή της. 

«Είναι τέχνη να δίνεσαι σε ανούσιες προκαταβολές; Είναι τέχνη να σε συνεπαίρνει το σχόλιο της χαζής γκομενίτσας που θέλει μόνο τη δόξα στο πλάι σου; Τέχνη είναι να ξέρεις τι κάνει το κόκκινο δίπλα στο πράσινο; Ή μήπως ποιο είναι το γκρι που εσύ ονομάζεις καφέ σκατί; Ποιος μπορεί να κρίνει κάποιον γράφοντας απλώς πανεπιστημιακές μαλακίες; Ποια κάθαρση ψυχής με βούρτσα αλήθειας πρέπει να έχεις υποστεί για να μιλήσεις; Είναι τέχνη το στολισμένο τραγούδι με μπικίνι και στράπλες; Είναι απάτη η τέχνη;»

Μπορεί να είχε αποκοιμηθεί, μπορεί να έβλεπε σε όνειρο τις απαντήσεις του. Τις είχε άλλωστε παίξει τόσες φορές στη μνήμη της αιωρούμενη στο ξύλινο λεπτό κουφάρι που θα τις άκουγε ακόμα και πεθαμένη. 

«Τέχνη είναι η ίδια η ζωή. Τέχνη είναι να αποστραφείς την ανάσα που σου χάρισε η φύση και να φτιάξεις δική σου με άλλες συνιστώσες. Τέχνη είναι να μπορείς να τραβήξεις το σπαθί, να ξεκοιλιαστείς και μετά να ζωγραφίσεις με το αίμα που θα κυλάει. Τέχνη είναι το πέρασμα πίσω από το σχέδιο και τις τεχνικές, εκεί που μπορείς να τραγουδήσεις τη μαγεία. Τέχνη είναι όταν τρεμοσβήνουν τα λαμπάκια που δείχνουν το σφυγμό σου να σηκώνεσαι και να ξεριζώνεις τα καλώδια που τους δίνουν ρεύμα ζωής. Είναι το «πέρασμα» στα επόμενα –άγνωστα- επίπεδα γνώσης του ίδιου σου του εαυτού και κατ’ επέκταση της εσωτερικής σου ανέλιξης. Είναι η κατάρα να ζήσεις κι άλλο για να προλάβεις να δημιουργήσεις. Είναι το κοφτερό λεπίδι στο χέρι που σε πιάνει από την πλάτη και σε γδέρνει για να αποκαλύψει τα άδυτα των θέλω σου. Είναι τα χρώματα της ξεσκισμένης, από τις άπειρες νύχτες δουλειάς, σάρκας σου. Είναι η μυρωδιά του δαχτυλικού σου αποτυπώματος πάνω στα ξύλινα πινέλα. Είναι οι δονήσεις του «πεθαίνω» στο στομάχι σου εκείνα τα δευτερόλεπτα που το σύμπαν σκύβει να σε αγκαλιάσει. Είναι η δοξασία της αθανασίας. Είναι το γυμνό πόδι του μοντέλου που περπάτησε προχθές στο εργαστήρι σου κι εσύ βλέπεις τα ίχνη του στο λείο χώμα. Είναι η άμμος που θέλεις να αφήσεις ανέγγιχτη για να μπεις στη μανιασμένη θάλασσα να κολυμπήσεις και πετάς μην χαλάσεις την αρμονία της. Είναι η καινούργια βελόνα που πρέπει να φτιάξεις στο στέρεο για να παίζει χωρίς άλογους ήχους. Είναι το εκούσιο πέρασμα σε εκείνα που έπλασες για να δοκιμάσεις το εύρος τους. Είναι το τραγούδι που θα παίξει η λύρα για σένα και μετά θα αυτοκτονήσει».

Η γριά πολυθρόνα έγειρε στην αγκαλιά του δύστροπου Μορφέα. Η εγγονή της τελευταίας γάτας που είχε περισώσει από την άκρη του δάσους, κουλουριάστηκε στα μάλλινα κρόσσια της κουβέρτας και ρύθμισε την ανάσα της μ’ εκείνη της λεπτής γραίας μπαλαρίνας γαληνεύοντάς την. 

Τα υπερσύγχρονα συστήματα καταγραφής ήχου κοιμήθηκαν κι αυτά δίπλα να ξεκουραστούν, για να είναι σε ετοιμότητα, περιμένοντας το ξύπνημά της. Ήξεραν θα ξεκινήσει το εικοστό τέταρτο βιβλίο της. Και θα ήταν αφιερωμένο σε εκείνον.