Ακούσαμε, διαβάσαμε γι’ αυτό πολλά. Πήγαμε και το είδαμε. Και καταλάβαμε αμέσως γιατί εξακολουθούν και συμβαίνουν τόσες ομορφιές. Ο Δημήτρης Αλεξάξης, η Φωτεινή Μπάνου, ο Άρης Ασπρούλης και η Τέτα Χρυσικάκου αποδεικνύουν με το γούστο, την αισθητική και το μεράκι τους πως τα τείχη των πόλεών μάς σταματούν μόνο όταν παύουμε να δημιουργούμε και πως ο αστικός πολιτισμός λειτουργεί και ως εστία ανάδειξης πολιτιστικής πρότασης. Ένας συγγραφέας, μια ηθοποιός, ένας κοινωνιολόγος και μια θεατρολόγος βάζουν τα δυνατά τους και γεμίζουν τον πολυχώρο του Κέντου Ελέγχου Τηλεοράσεων με δρώμενα που δεν πρέπει να χάσετε.

Συναντήσαμε την Φωτεινή Μπάνου και τον Άρη Ασπρούλη και μιλήσαμε για την ιδέα, την πράξη και τον πολιτισμό όπως τα οραματίστηκαν και τα εφαρμόζουν στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, στην Κυψέλη. 

 

Πείτε μας λίγα λόγια, λοιπόν, για την ιστορία αυτού του χώρου; 

Φ.ΜΠ.: Ο χώρος χτίστηκε απ' τον παππού μου το 1968 για να γίνει κέντρο διασκέδασης.  Υπήρχαν πολλά παρόμοια στέκια τότε στην περιοχή. Φαίνεται όμως ότι δεν μπόρεσε να βγάλει άδεια και έτσι μετατράπηκε από τον γιο του σε εργαστήρι επισκευής και στη συνέχεια κατασκευής ασπρόμαυρων τηλεοράσεων. Έφερναν κομμάτια τηλεοράσεων από διάφορες χώρες και τα συναρμολογούσαν ή κατασκεύαζαν τηλεοράσεις από την αρχή, δημιουργώντας μια καινούρια μάρκα, τη μάρκα "golden". Το εργαστήρι λειτούργησε για είκοσι περίπου χρόνια. Ύστερα ο χώρος έκλεισε κι έμεινε σκοτεινός για πολλά χρόνια. Πριν από δύο χρόνια επισκεφτήκαμε για πρώτη φορά το χώρο με τον Δημήτρη Αλεξάκη -με αφορμή μια θεατρική ομάδα που είχαμε δημιουργήσει- με τη σκέψη να κάνουμε μέσα κάποιες πρόβες ή παραστάσεις. Σιγά σιγά είδαμε πως ο χώρος έχει δυναμική και πως μπορούσαν να γίνουν περισσότερα πράγματα από αυτά που είχαμε αρχικά φανταστεί. Τολμήσαμε κάποιες δοκιμαστικές εκδηλώσεις και είδαμε ότι ο κόσμος ανταποκρίνεται. Κάποια στιγμή μια φίλη μου μίλησε για τον Άρη. Τότε μπήκε ο Άρης στην ομάδα. Έπειτα η Τέτα. Μέσα σε μια-δυο συναντήσεις αρχίσαμε να φτιάχνουμε ένα πρόγραμμα όπως το θέλαμε. Αυτό που συμβαίνει στο χώρο είναι αλλεπάληλες συναντήσεις που αναπτύσσονται με γεωμετρική πρόοδο και αυξάνουν συνεχώς τη δυναμική του χώρου. 

ΑΡ. ΑΣΠΡ.: Αυτό ήταν το κύριο: να δημιουργηθεί ένα πρόγραμμα όπως το θέλαμε. Ανοίξαμε ατζέντες, ψάξαμε ανθρώπους που τους πιστεύουμε και έτσι προέκυψε αυτό που βλέπετε. Το ενδιαφέρον της ιστορίας είναι ότι όλο αυτό άρχισε να λειτουργεί αμέσως μόλις αρχίσαμε να κάνουμε συναντήσεις και μόλις πιστέψαμε πως εδώ μπορούμε να φιλοξενήσουμε θέατρο, μουσική, εικαστικά δρώμενα. Σιγά-σιγά οι συναντήσεις που κάναμε με υποψήφιους συνεργάτες απέδιδαν. Όποιος έμπαινε εδώ μέσα και έβλεπε το μαγαζί του άρεσε. Αυτό που νιώσαμε εμείς μπαίνοντας στον χώρο μεταδίδεται συνεχώς. Το αγκάλιασε ο κόσμος και ό,τι έχουμε κάνει εδώ (που είναι πολλά για τους 4 μήνες: τριάντα παραγωγές ήδη και ο αριθμός μεγαλώνει) έχει πάει καλά. Η επιβράβευση είναι αυτή: ότι αισθανόμαστε πως όλοι περνούν καλά. 

Το πρόγραμμα δημιουργήθηκε με βάση το μεράκι και το προσωπικό σας γούστο. Σας επηρέασε ο ανταγωνισμός από τους υπόλοιπους αντίστοιχους χώρους;

Φ.ΜΠ.:Η πορεία μας χαράζεται από τις επιθυμίες μας. Δε λειτουργούμε συγκριτικά. Οι επιθυμίες μας μπορεί βέβαια να επηρεάζονται από κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες: ο χώρος με την αρχιτεκτονική και την ιστορία του, ακόμα και το όνομά του πάνω στην παλιά ασπρόμαυρη ταμπέλα, η γειτονιά με την καθημερινή ζωή της και φυσική η καταγωγή μας: Όλα αυτά είναι στοιχεία που κάνουν αναπόφευκτα κάθε προσπάθεια μοναδική. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι βρισκόμαστε στην Κυψέλη. Ούτε μπορέσαμε να παραβλέψουμε το παλιό όνομα του χώρου. Και φυσικά δεν μπορεί να ξεχάσει κανείς την καταγωγή του. Κάθε νέος χώρος που ανοίγει έχει τη δική του ταυτότητα. Δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε κι έχουμε πολλά να μοιραστούμε. 

ΑΡ.ΑΣΠΡ.: Η δύναμη με την οποία κι εμείς μιλάμε γι’ αυτό που έχουμε κάνει, προκύπτει από το γεγονός ότι αυτό το εγχείρημα περιέχει τις επιθυμίες μας. Πιστεύουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μας και ότι υπάρχουν και άλλοι που είναι προσκείμενοι στο γούστο μας. Φτιάχνουμε έναν χώρο συνάντησης που άλλος δεν θα το βρει αλλού (χωρίς όμως να βάζουμε πρόσημο – καλύτερο ή χειρότερο). Επιπλέον ήταν και κίνητρο το γεγονός ότι είμαστε στην Κυψέλη. Όχι μόνο δεν μας πτόησε. Επιβεβαιωθήκαμε, γιατί η γειτονιά μας αγκάλιασε αμέσως. Όταν άνοιξε ο χώρος δεν μας πίστευαν πως αυτό είναι το όνομά του και ότι δεν αποτελεί προϊόν επινόησης. Είναι σαν να έχει προκύψει από επινόηση επικοινωνιολόγου. Κι όμως…

Αποφασίσατε να στήσετε έναν ιδιαίτερο χώρο στην Κυψέλη. Θεωρείτε ότι η δημιουργία μιας νέας εστίας πολιτισμού στο υποβαθμισμένο κέντρο της Αθήνας έχει πολιτικές προεκτάσεις; 

Φ.ΜΠ.: Αναπόφευκτα έχει! Από την στιγμή που σε μια εποχή φόβου δημιουργείς ένα βήμα ελεύθερης έκφρασης κάνεις μια πολιτική επιλογή. Ακόμα και η σύσταση του προγράμματος ενός χώρου αλλά και το κοινό στο οποίο απευθύνεσαι αποτελούν πολιτική -όχι κομματική επιλογή. Γι' αυτό συνήθως η πολιτική εξουσία είναι επιφυλακτική απέναντι στην τέχνη.  

ΑΡ. ΑΣΠΡ.: Είναι σχεδόν αυτονόητο και για τους τέσσερίς μας αυτό. Το καταλάβαμε αμέσως. Συμφωνήσαμε αμέσως. Η Κυψέλη είναι ένας σπουδαίος τόπος, με μεγάλη ιστορία στον αστικό ιστό της Αθήνας. Έχει υποβαθμιστεί –ναι μεν- υπό την έννοια της άρχουσας ιδεολογίας, παρόλα αυτά επειδή τέτοιου είδους όροι επηρεάζουν αυτό που λέμε κοινό (τις μετακινήσεις του, τις εξόδους του κ.ο.κ.) δεν μπορούμε να κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε. Από αυτήν την άποψη είναι πολιτική κίνηση: να πεις ότι θα συνεχίσεις και θα κάνεις ό,τι μπορείς για να δείξεις ότι δεν ισχύει μια προκατάληψη ή ένα κλισέ. Και μάλιστα νομίζω ότι το πιστεύουμε όλοι πως όταν ανθίζουν τέτοιοι χώροι σε περιοχές -καταχρηστικά υποβαθμισμένες- είναι ένας τρόπος να αρθούν προκαταλήψεις.

Τι σημαίνει το άστυ για σας και ποια χαρακτηριστικά πιστεύετε ότι αποκτά στις μέρες μας;

ΑΡ.ΑΣΠΡ.: Θυμάμαι ότι όταν είχε πρωτοδημιουργηθεί το άστυ ο γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος των αρχών του 20 ου αιώνα, Simmel, έλεγε στο βιβλίο του «Πόλη και Ψυχή» πως αυτό που χαρακτηρίζει τις πόλεις είναι η κυριαρχία της νόησης (έχει μετατοπιστεί το κέντρο βάρους του ανθρώπου από την καρδιά στο μυαλό) ταυτόχρονα με την κυριαρχία του χρήματος και με δεδομένο ότι όλα έχουν αντικειμενικοποιηθεί από αυτό, οι άνθρωποι πορεύονται ως μονάδες. Γι’ αυτό και έλεγε ότι τα κυρίαρχα κέντρα των πόλεων είναι τα ρολόγια, αφού το μόνο που μας προσδιορίζει είναι ο χρόνος. Αν ισχύει αυτό -που νομίζω ότι ισχύει- τότε τώρα με αφορμή την κρίση αρχίζουν και ξαναβγαίνουν ανθρώπινες αξίες -αφού δεν υπάρχει πια το χρήμα που τις αντικειμενικοποιούσε. Νομίζω τώρα, λοιπόν, ότι το αθηναϊκό άστυ είναι σ’ αυτήν την τομή. Ίσως γι’ αυτό αναδύεται ξανά η αστική αλληλεγγύη. Μόνο έτσι μπορώ να βλέπω την πόλη θετικά. 

Φ.ΜΠ.: Η λέξη άστυ μου φέρνει στο μυαλό ανθρώπους ξεριζωμένους από τον τόπο τους και ριγμένους μέσα σε ένα τεράστιο εργοστάσιο παραγωγής. Με μια θολή ανάμνηση της καταγωγής τους και την αγωνία να εφευρίσκουν συνεχώς νέους τρόπους παραγωγής. Κάποιοι ζουν απλώς με θολή ανάμνηση, κάποιοι βρίσκουν καινούριες διεξόδους. Προϋπόθεση όμως για το καινούριο είναι μια κοινωνία που μπορεί να χτίζει ιστούς και όχι μόνο να τους διαλύει. 

ΑΡ.ΑΣΠΡ.: Αυτό που με τρομάζει στην Αθήνα σήμερα είναι το γεγονός ότι καταρρέουν πράγματα αυτήν την περίοδο που θα μας πάρουν γενιές να ξαναστήσουμε. Το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ ας πούμε. Ή πριν από δυο χρόνια το ΕΚΚΕ ή το ΕΚΕΜΕΛ. Αυτό με σπαράσσει. Μα τι είναι χρήσιμο, τελικά; Πώς ορίζεται αυτό από την οικονομία; Δυστυχώς δεν νομίζω ότι υπάρχει σχέδιο. Υπάρχει απλώς ένας κανόνας της οικονομίας -πλήρως επινοημένος- και σχέσεις εξουσίας που συντηρούνται μέσω αυτής. Καταλήγω στο ότι έχουμε χάσει παντελώς την αίσθηση της ουτοπίας: πως κάτι μπορεί να αλλάξει.

 

 Ινφο

ΠΟΥ; Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α, 11364 Κυψέλη, Αθήνα (Τηλ. Επικοινωνίας: 213 00 40 496)

 

 Κλικ

Website
Facebook