ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
«Της Έψιλον»

Δεν σ’ έχω δει γυμνή. Μα όμως 
σε φαντάζομαι ξυλόγλυπτη. Σκαλιστή.
Νιώθω πως το φόρεμα που ο ώμος
τόσο όμορφα κρατά, κρύβει, πλεκτή

     (μια περιπέτεια)

επάνω στο παλίμψηστο του
δέρματός σου· αργά, σιωπά
ένα σμήνος ήρεμα πουλιά
που έσκιαξε, μακρυά, του κρότου

     (αναίτια)

η έξαφνη λάμψη. Έλα κοντά μου.
Δεν θα τρομάξει το μέσα σου
δάσος ο βηματισμός μου. Ξέχασα,

εκεί, το αστροπελέκι· σιμά μου
δεν ήσουν όταν ξύπνησα. Μακρυά σου
(όχι ώμος: κλαρί), το φόρεμα. Σ’ έχασα.

 

ΠΟΛΥ ΜΑΜΑΚΑΚΗ
«Από μέσα»

Ακούστε, θα ήθελα να σας αναθέσω μια υπόθεση. Ξέρετε, τηλεφωνώ με κάρτα. Σε μισή ώρα πρέπει να κλείσω. Θα μπορέσω να σας καλέσω ίδια ώρα πάλι αύριο. Δική μου υπόθεση. Απ’ τον τηλεφωνικό κατάλογο σας βρήκα. Πήρα κι άλλους συναδέλφους σας. Αλλά δεν μπορούν να μ’ εξυπηρετήσουν. Αλφαβητικά τους καλώ. Έχω φτάσει στο «Μ». Δεν είναι καθόλου εμπόδιο τα χρήματα. Και θέλω κάτι πολύ απλό. Μια εισαγγελική παραγγελία θα ζητήσετε και μετά να υπογράψετε εδώ τα διαδικαστικά. Έτσι έγινε και την προηγούμενη φορά. Για κανέναν λόγο. Η αδερφή μου το ζήτησε. Ναι, μένω με την αδερφή μου. Είναι άρρωστη η καημένη κι έχει πάρει πολλά κιλά. Γι’ αυτό και δεν θα μπορέσει εκείνη να έρθει. Δεν υπάρχουν γονείς, όχι, έχουν πεθάνει. Εγώ και η αδερφή μου μένουμε στο σπίτι. Τίποτα δεν έγινε, τίποτα απολύτως. Είχα δει κάτι στην τηλεόραση κι ήμουν στενοχωρημένος. Δεν της απαντούσα σ’ αυτό που με ρωτούσε. Κι ήμουν πολλά κιλά. Τώρα είμαι αγνώριστος βέβαια, θα δείτε. Δεν τρώω καθόλου εδώ. Τα ρούχα μου είναι όλα φαρδιά και χρειάζομαι καινούρια. Λέει ότι δεν μιλούσα και μετά φώναζα κι έκανα στο σπίτι ζημιές και φοβήθηκε πως θα τη χτυπούσα. Ψέματα είναι. Εγώ πιστεύω ότι το έκανε για να κρατήσει όλο το σπίτι δικό της. Περιουσιακά ζητήματα, ξέρετε. Θα πρέπει να έρθετε ως εδώ για να με βοηθήσετε. Με κρατούν χωρίς λόγο. Είναι όμως παράνομο.

Κοιτάξτε, όταν έρθετε, να τους ζητήσετε να σας δείξουν τα χαρτιά τους. Θα το διαπιστώσετε κι εσείς πως είναι παράνομοι. Την Τετάρτη θα είναι όλα έτοιμα και μπορείτε να έρθετε. Την άλλη Τετάρτη, αυτή δηλαδή που μας έρχεται. Δεν θα με αναγνωρίσετε, αλλά θα πείτε το όνομά μου. Όλοι με ξέρουν εδώ. Είμαι ήδη έξι μήνες και δέκα επτά ημέρες. Νομίζω. Δεν θυμάμαι την εποχή ακριβώς. Θα σας πουν ότι με βρήκαν στο νεκροταφείο και είχα μαζί μου μόνο νερό. Όχι, δεν θα έμενα εκεί. Είχα πάει για λίγο. Δεν μπορώ να σας πω. Ήταν αφότου τσακώθηκα με την αδερφή μου. Ούτε τι έκανα θυμάμαι. Αλλά, ό,τι και να σας πουν, εσείς θα το καταλάβετε πως έχουν όλοι εδώ τα συμφέροντά τους. Τους πληρώνει βεβαίως η αδερφή μου. Όχι, δεν θέλω άλλο να μείνω, σας το είπα. Έχω χάσει είκοσι κιλά. Δεν μου αρέσει καθόλου το φαγητό τους. Κι είναι όλοι εδώ μέσα τρελοί. 

Όχι, μην κλείνετε τώρα, σας παρακαλώ, ακούστε, είναι όλοι τρελοί εδώ, τρώνε, να σκεφτείτε, ωμό κρέας. Τους δίνουν και τρώνε κρέας. Για να τους εκδικηθούν. Ο διπλανός μου δάγκωσε το αυτί κάποιου και τον έβαλαν στο ψυγείο. Φορούσε μια κόκκινη μπλούζα και πέδιλα. Ναυτικός. Το δέρμα του σκαμμένο. Μάτια που δεν σε κοιτούσαν ποτέ κι είχε μεγάλες σκληρές τρίχες στα ρουθούνια και στ’ αυτιά. Νομίζω. Μύριζε κιόλας πολύ και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Πολλές νύχτες βασανίστηκα. Εδώ που τα λέμε, καλύτερα που τον πήρανε στο ψυγείο. Εγώ τους ζήτησα μόνο χρήματα για να μπορέσω να σας πληρώσω. Την Τετάρτη θα τα έχω, έτσι μου είπαν, είναι κανονισμένο αυτό. Αρκεί να είστε εδώ νωρίς το πρωί. Μετά θα μου κάνουν την ένεση κι ίσως με πάρει ο ύπνος. Αλλά μην πείτε τίποτα απ’ αυτά στην αδερφή μου, προσοχή. Θα συνεννοηθείτε μ’ έναν κύριο. Εκείνος θα μου βρει και τα χρήματα. Σας είπα, αυτός είναι ο γιατρός, ξέρει όλες τις λεπτομέρειες. Πώς; Γιατί δεν μπορείτε; Τι εννοείτε όχι; Μα υπάρχουν πολλοί δικηγόροι που θα μπορούσαν. Καλά, καλά, σκεφτείτε το λίγο. Και θα σας ξαναπάρω εγώ. Ξέρετε, τηλεφωνώ με κάρτα.

 

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΤΣΕΚΟΥ
«Μάσκες»

Σέρνω τα βήματά μου, σιγά σιγά, με χαμηλωμένο βλέμμα, προσπερνώντας τα μπλε καταστήματα, ανηφορίζοντας το βρώμικο στενό μέχρι την πλατεία. 

Οι σόλες μου δεν πονάνε πια απ’ τα γυαλιά και τα σκουπίδια. Τα νερά που τρέχουν στα ρείθρα αναδύουν τη δυσοσμία στα ξυνισμένα πρόσωπα των περαστικών. 

Αργά αργά. Υπάρχει χρόνος. 

Φτάνω εκεί. Ακούω. Άκουσα. Σήμερα θα έρθουν τα παιδιά.

Θα κρεμάσουνε, λένε, όλες τις μάσκες στην πλατεία. Περί τα 155 προσωπεία. Από γύψο αυτά. Από ωραίο υλικό. Και θέλω να είμ’ εκεί. Να βλέπω τα παιδιά.

Τα κοιτάζω τώρα, μια χούφτα σχολιαρόπαιδα, μαζί τους μερικοί δάσκαλοι, ελάχιστοι γονείς. Φτιάχνουν τις μάσκες που θα στολίσουν –είπαν– την πλατεία. Και τις ακουμπούν σ’ έναν πάγκο. Ωραίος, ξύλινος, λευκός πάγκος.

Η τσίκνα απ’ τα ψημένα κρέατα είναι βασανιστική και τα λαμπερά μάτια των παιδιών αρχίζουν να θυμίζουν τη λάμψη των δικών σου. Πού είσαι;

Σκαρφαλώνουν σε μια ψηλή σκάλα και δένουν ένα σκοινί από τη μια άκρη στην άλλη. Τώρα, βλέπεις, κρεμούν τις μάσκες κι εγώ είμαι από κάτω και τις μετρώ. Τις μάσκες. Τις μετράω. Από ωραίο υλικό.

Σουρουπώνει, σιγά σιγά. Πάντα σιγά σιγά. Και τα πουλιά μαζεύονται στα δέντρα της πλατείας, χωρίς να παραλείψουν να κουτσουλήσουνε τις μάσκες των παιδιών, τη μάσκα του προσώπου σου. Πού να είσαι;

Ούτως ή άλλως, τα πουλιά πετούν. Και τα πουλιά πάντοτε θα πετούν. Κουτσουλώντας χωρίς διακρίσεις. 

Ωστόσο, υπάρχει χρόνος να αλλάξουμε τα πράγματα. Υπάρχει. Έτσι τουλάχιστον έμαθα. Έτσι άκουσα. Έτσι κάποτε μου είπες.

 

ΠΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
«Πανσπερμία»

Ο Τομ καθόταν πλάι στο παράθυρο του γιγάντιου αστρόπλοιου, αγναντεύοντας το ετοιμοθάνατο γήινο έδαφος. Εκεί έξω ήταν το πραγματικό του σπίτι. Το αστρόπλοιο όπου είχαν μεταφερθεί αυτός κι όλοι οι εναπομείναντες άνθρωποι ήταν απλά μια μονάδα του πελώριου στόλου που θα τους μετέφερε πολύ μακριά απ’ τη Γη. Είχε ζήσει μερικά χρόνια στον έξω κόσμο, αν και δεν πρόλαβε να ζήσει όμορφα, όπως ζούσαν τα παιδιά πρoηγούμενων αιώνων. Στο σχολείο είχε μάθει την Ιστορία του πλανήτη: αυτός εδώ όμως ο πλανήτης δεν έμοιαζε σε τίποτα με τον πλανήτη στον οποίο ζούσε. Ο πλανήτης που έβλεπε στις οθόνες στερεοσκοπικής προβολής των αιθουσών διδασκαλίας τού φαινόταν κανονικός παράδεισος, μαζί με όλους αυτούς του λαούς, τους γαλάζιους ωκεανούς, τις μικρές πόλεις με τα πράσινα πάρκα, τα ηλιόλουστα μεσημέρια και τα ξάστερα βράδια, τις καταπράσινες ζούγκλες και τις χρυσαφιές ερήμους. Και φυσικά τα τόσα είδη ζώων. Αλλά κανέναν απ’ αυτά δεν είχε απομείνει στη φύση, παρά μόνο στα εργαστήρια των ερευνητών. Έμοιαζε μ’ έναν κόσμο βγαλμένο απ’ τη φαντασία ζωγράφου. Και πολλές φορές ο Τομ είχε αναρωτηθεί γιατί ο κόσμος δεν ήταν πια έτσι. Απορούσε περισσότερο όταν του έλεγαν πως υπεύθυνος της καταστροφής ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος: το μόνο είδος που κατείχε λογική και ανώτερη νοημοσύνη αλλά ποτέ του δεν κατάφερε να προσαρμοστεί. Ήταν αυτό που προσπάθησε να σκλαβώσει, να τιθασεύσει και να προσαρμόσει. Ποτέ όμως να προσαρμοστεί. Και τα κατάφερε, έλεγαν στον Τομ, να φέρει τη Γη στα μέτρα του, εκτοπίζοντας όμως κάθε είδος ζωής κι οδηγώντας τον πλανήτη στην ετοιμοθάνατη κατάσταση όπου τώρα βρισκόταν. Η Γη αναγκάστηκε να πεθάνει ολοκληρωτικά κι αυτή μαζί με τα τόσα παιδιά της, θύματα του ανθρώπου, αφήνοντας στον άνθρωπο τη μόνη επιλογή για νέα κατοικία, εκεί ψηλά, στους κόσμους των αστέρων. 

Η ανθρωπότητα ήταν έτοιμη να φύγει μακριά καθώς οι επιστήμονες είχαν εντοπίσει εδώ και δεκαετίες έναν πλανήτη όμοιο με τη Γη. Και το ταξίδι σε λίγο ξεκινούσε. Ακουγόταν το δυνατό βουητό των τουρμπίνων σύντηξης του σκάφους, ενώ ο Τομ ευχόταν ο κόσμος όπου θα πήγαιναν να ήταν ίδιος με την παλιά Γη. Για όσο κράτησαν εκείνες οι τελευταίες κοσμικές ανάσες, δεν σταμάτησε να απολαμβάνει τη θέα απ’ το παράθυρο. Ξαφνικά, κάτι εμφανίστηκε στο γκρι ουρανό, μια φωτεινή πορτοκαλί κηλίδα που διέγραφε μια πύρινη γραμμή με τη φλογισμένη ουρά της. Τότε, συνειρμικά, του ήρθε στο μυαλό μια θεωρία που είχε ακούσει στο σχολείο, σύμφωνα με την οποία η ζωή έφτασε στη Γη απ’ το μακρινό διάστημα υπό τη μορφή βακτηρίων που ταξίδευαν με το δικό τους διαστημόπλοιο. «Πανσπερμία».

Ο μικρός μετεωρίτης έπεσε με τρομακτική ταχύτητα κοντά στη γραμμή του ορίζοντα, ενώ ο στόλος των αστρόπλοιων που μετέφερε τη ζωή ξεκινούσε το μακρινό του ταξίδι. Κι ίσως ένα άλλο, ακόμα μικρότερο σκάφος, επανδρωμένο με μικρότερες μορφές ζωής, να είχε μόλις ολοκληρώσει το ταξίδι του προς τη Γη, προς εκείνον τον πλανήτη που ο Τομ άφηνε πια οριστικά στο βάθος της μνήμης.