Σοφία Αντωνακάκη

[…] Αλλού κρυμμένοι είναι. Αλλού είναι οι άλλοι. Οι αόρατοι άλλοι. Σα να μην υπάρχουν. Σα να χάθηκαν, να εξαϋλώθηκαν μόλις γεννήθηκαν ή σα να μη γεννήθηκαν καθόλου. Κι εδώ μοιράζονται. Δομούνται. Το μοίρασμα, η καταχώρηση σε δομές, ο ανθρώπινος τεμαχισμός. Έχουν μάλλον να κάνουν με την εγκεφαλική δόμηση του καθενός χωριστά. Κάποιοι, σκέφτομαι, θα πρέπει να έχουν πολύ πυκνή. Τόσο που ο λόγος, συμπιεζόμενος απ’ τη συνθετικότητα και την ταχύτητα της σκέψης, καταργείται, αυτοκαταργείται, παύει. Τα μάτια τότε μιλούν. Με σιωπές ή αστραπές.

[…] Πρωί. Εννέα και μισή. Τέτοια ώρα συναντιόμαστε κάθε μέρα. Σήμερα στη «ΔΑΦΝΗ». Έρχονται τα πρώτα λόγια. Χρήστος: «Δεν υπάρχουνε χώρες. Μόνο Βορράς και Νότος υπάρχει. Να το ξέρεις, τελειώσανε τα άλλα». Βαγγέλης: «Οι άνθρωποι παντού είναι ίδιοι. Όμως τ’ αγάλματα αλλάζουν. Αυτά είναι αλλιώς». Ακολουθεί σιωπή. Και μισή ώρα μετά, ο Βαγγέλης αποφασίζει να ξαναμιλήσει. «Θέλω να πεθάνω. Δε θέλω πια να ζω».

[…] Το πρωί της επόμενης ημέρας. Δύσκολο πρωί. Εννέα και μισή στη Δομή των «Δύσκολων». Είναι έξω απ’ την πόλη. Μετά το ποτάμι. Εδώ κατοικούν χορευτές. Ο Παναγιώτης. Ο Παναγιώτης ένα δέντρο. Ένα άγαλμα. Φαέθωνας. Ένα πουλί. Και οι λαλιές του επισκιάζουν τις φωνές όλων των άλλων, υπερέχουν όλων των θορύβων. Ούτε είκοσι πέντε χρονών. Από την Τρίπολη. Εγκαταλειμμένος. Εξαφανίστηκε, διασκορπίστηκε και χάθηκε. Στη γέννα του. Αμέσως μόλις γεννήθηκε. Τα χέρια του συνήθως ψηλά. Τρώει τοίχους. Τους σκάβει με τα νύχια. Τα χέρια γεμάτα πληγές. Και το δωμάτιό του γκρι, άδειο, ντυμένο με μουσαμά για να μη γδέρνει τους τοίχους. Μόνο ένα κρεβάτι στη μέση, ξέστρωτο. Πετάει ξαφνικά τα ρούχα του και κατουράει. Με κοίταξε πολλές φορές. Κατάματα. Ένιωσα ν’ ανακατεύει το μυαλό μου. Να το σκάβει όπως τους τοίχους. «Βαριάς μορφής νοητική στέρηση» είπε ο γιατρός.

[…] Στον πιο πάνω όροφο ο Ανδρέας. Χορεύει... Η ακινησία του σχηματίζει φιγούρες. Μοιάζουν με πουλιά λίγο πριν την πτήση. «Βαριάς μορφής διανοητική καθυστέρηση και αυτισμός» είπε ο γιατρός. Θεωρώ όμως πως καταλαβαίνει. Επειδή μου χαμογελά. Μ’ αφήνει να τον φωτογραφίσω. Κι από απόσταση. Ολόκληρο δηλαδή. Είναι κι αυτός από την Τρίπολη. Εξαϋλωμένος.

[…] Οι άλλοι. Οι άλλοι «Δύσκολοι»; Ευδιάκριτη η παραμόρφωση των χαρακτηριστικών του προσώπου και του σώματος. Στους «Δύσκολους» συνάντησα τα πιο απλανή και τα πιο βαθυστόχαστα βλέμματα. Τα πιο αβαθή και πιο διερευνητικά μάτια. Φεύγω. Στο δρόμο κλαίω. Κρυφά.