1981. Η Λίνα Νικολακοπούλου λερώνει το φιλί, “με σκουριασμένα χείλια” στο στόμα της Μοσχολιού. Ξάφνιασμα. Το ανείπωτο -τι περίεργο- φωνάζει στο λόγο αυτού του τραγουδιού και οι στίχοι αυτοί δεν μοιάζουν με τίποτε απ’ ότι έχεις ακούσει. Το αίσθημα που προκαλεί, ζωγραφίζει αστραπές. “Με δάχτυλα κερένια” την ίδια περίοδο πίνει ένα καφέ με τη Γαλάνη, γυρίζει σπίτι, “όλο τ’ απόγευμα δε λέει τίποτα”, παρά μόνο γυρνάει μπρός-πίσω την κασέτα με μια μελωδία του Cohen. Μπαίνω κι εγώ στο δωμάτιο. Με “τη φωνή σου να λέει σ’ αγαπώ, κλείνω τα μάτια μου, ανάσα να πάρω” που σ’ έχω χάσει, στα κίτρινα φώτα. Περνά ένας χρόνος. Η Λίνα μου κλείνει ραντεβού “στα σκαλιά του Εκράν, να κοιτάμε τις νύχτες”, με τη Μανιάνι γκρο πλάν. Εσύ μωρό μου, θα μου δώσεις “μαγικές συναντήσεις, ξαφνικές συγκινήσεις” κι όλοι γύρω θα μας ρωτάνε τι σημαίνει “Σαριμπίνταμ”. Βγαίνω απ’ την “Έξοδο κινδύνου” και “παίζουν τα ραδιόφωνα, τραγούδια για το τίποτα γραμμένα”. Τα βράδια όμως δεν ήταν ψέματα κι ας αλλάζουν όλα γύρω σου. Γραμμή που μας συνδέει η Λίνα -με ένα κέρμα- κι “απο το σύρμα δε βαστώ να μου φωνάζεις, τέρμα”. Αγκάθια καθαρίζει, η νύχτα σαν φωτιά. “Μια ώρα φτάνει, για να πεις αυτά που λέει η νύχτα”, αν ξέρεις“τις νύχτες μου πιο ρεύμα τις χτυπάει”. Παρεμβάλλεται ο λόγος της στη ζωή μου. “Παρεμβάλλεται η ζωή για να στο πω”: εκείνο που ακόμα νιώθω, απόψε που “κλείσαμε ένα χρόνο, φυλακισμένοι στην ατέλειωτη παγίδα του παιχνιδιού που λέει φύγε σ’ όποιον μένει”. Γιατί για όποιον δεν το ξέρει, “ο έρωτας κι ο ουρανός δεν είν’ στο χέρι κανενός. Μονάχα στο δικό σου”. Και της Λίνας. Βγάζει τη “λέξη που δε λέει να βγει”. Φωτίζει το παρακάτω της ζωής. Ο καιρός αλλάζει. Σαν μεγάλη αγάπη μοιάζεις και αφού “βρέχει και χιονίζει έξω, έλα να σε παίξω”. Χαράζουν τη φλέβα μου με τύχη αυτοί οι στίχοι. Κανονικά. Χωρίς συμπόνια. Γράφω χίλιες φορές το όνομά σου. Γι’ αυτά “που τράβηξα προχθές κι εσύ στην πόρτα μου να κλαίς. Για μένα”. Με ντύνει η Λίνα με άσπρα ρούχα. Έχω για πυξίδα: την καρδιά σου. Βεγγαλικό το μελάνι της. Γράφει τραγούδι, πως είμαστε αγκαλιά. Βγαίνει “φεγγάρι ψηλά στην Μεσογείων”, στο δρόμο των Αγίων “σ’ αγαπώ και δε σε δίνω κανενός”. Επιστρέφω στα μολύβια της. Στην καρδιά μου. Βλέπω αγγέλους “με κραγιόνια βυσσινιά” να ζωγραφίζουν ένα παράπονο. “Απορώ που μια ζωή κυκλοφορώ και σε λατρεύω”. Ανοίγω σα φτερό “που από παιδί παρακαλάω”. Το φιλί που ήθελα πολύ, κι αν ήταν ψέμα, το συγχωρεί εκείνη για μένα. Όπως τότε που σου ζήτησα μια νύχτα στο Μαρόκο. Χτυπούσε τα κρουστά που χόρευα, για να “φέγγω στα ματάκια σου μπροστά”. Δεν πονώ που μπαίνει η Άνοιξη αλλά που “δε θα γυρίσω να κοιτάξω”. Με ταχύτητα φωτός τρέχω. “Στη σιωπή ζυγιάζω σαν αετός τα βράδια μου τα εργένικα». Χάνω το τρένο αλλά βρίσκω το σταθμό. “Όπου κι αν είπα πεθαίνω, βρήκα λόγο για να ζω”. Εσύ μείνε αθάνατος! “Τέτοια αγάπη, κόσμους κυβερνά” και ‘γίναν όλα δυνατά. Κυρίως τ’ αδύνατα. Ακούγονται βήματα και μια γραφομηχανή. “Τα χρόνια που ‘φτασα να ζω”, σπάστα εσύ καρδιά που πονάς. «Μικρή στα χρόνια, μεγάλη στα βάσανα» είπε μια τσιγγάνα στη Λίνα κάποτε. Μωρό που έχει κρυφτεί στο σώμα και μέρα-νύχτα κλαίει. Παραπονιέται. “Μου ‘χες πει θα ζούμε καλά... χρόνια ερωτευμένο, παραμυθιασμένο…”, τα βάσανα της μοιάζουν κουβέρτα που με ζεσταίνει. Με βγάζουν βόλτα στου Φιλοπάππου και στο Θησείο τον Σεπτέμβρη. Με τους Ζυγούς και τα μονά. Εκείνη τη μέρα που είπαμε όχι σε τόσα «μπορεί» κι “υπάρχει ένας χρόνος στ’ αλήθεια μεγάλος να ζει για τον ένα, ο άλλος”. Κερδίζω. Η δύναμη της αγάπης στο χέρι της Λίνας ορίζει φύση, θέση και ιδιότητα. Προτεραιότητα. Έρωτας βαρύς. “Είσαι πληγή που ανοίγει το πρωί”, παρόλο που τα «φυλάω» κάθε βράδυ για να κρυφτείς. “Ξεχνιέμαι αλλιώς κι απ’ όλους κρύβομαι”. Χωρίς εσένα αλλά με τις αξίες μου. “Και τι θα γίνει και που με είδες;”. Από το κρασί που άνοιξες, δεν ήπιες τίποτα. “Λύπη μου, πέρνα με”. Το μυαλό του ανθρώπου, “μόνο του” καίγεται όταν η “καρδιά δεν αντέχει πολλά και μοναχή μεσ’ στον κόσμο κυλάει”. Ψέματα. Όσα κουμπιά κι αν ράβω στο πουκάμισό μου, ο έρωτας τρυπώνει. Αργά. “Τρυπώνει. Λαβώνει σα σπαθί”. Και σου ζητώ. Θέλω. Θέλω να με θες αιώνια και προσωπικά. “Μου πάει ο ήχος της φωνής σου τραγικά” κι“αλλοίμονο σε μένα που είμαι φύση ερωτική”. Περνάει όμως ο καιρός. Σαν “παιχνίδι αλλιώτικο που χάθηκε στο φώς, τα μεσημέρια μίλα μου”, αντί να “μένεις στην κουζίνα και να παίζεις με τ’ αλάτι”. Επιστροφή. Φαντάζομαι τη Λίνα καλεσμένη μου σε γεύμα να γράφει στίχους πάνω στα λευκά πιάτα. Ακόμα κι εκεί. Γιατί μ’ ότι καταπιάνεται κάποιας μορφής στιχοποιία θα συμβεί. Ευαισθησία και ευφυΐα που ερεθίζει. Μπαίνει στα όνειρα τις νύχτες. Μαζί με σένα, “λες κι ήρθες σε δικό σου κήπο”. Με θυμάμαι καθισμένη σε σκαλοπάτι πριν χρόνια, να αναρωτιέμαι πόσο πόνο σήκωνε, όταν έγραφε αυτό το “κι αν μ’ αγαπάει κανείς”. Μεγαλώσαν τα φτερά μου. Ίδια η απορία. Τη βρίσκει πάλι την άκρη της. “Αν σε προδίνει σιγά-σιγά η λέξη ‘αργά’ που γράφει ο κόσμος όταν κλείνει, σήκω, παιδί μου, σήκω, αγάπη μου γλυκιά… κανείς δεν άντεξε ενός λεπτού οδύνη”. Ανάβει το φως. Τέντες ανεβαίνουν. Ακορντεόν και τρα-λα-λα. Τραγουδά και πω, πω, πω - πως δε σε νοιάζει τίποτα πέρα απ’ την αγάπη σου και το μάγκα σου. Άντε και τη νύχτα, που “ότι κι αν λέμε, κάπου μας πιάνει…”. Ζευγάρια που ‘ναι μαζί χρόνια. Στο σ’ αγαπώ ανέβηκαν βουνά και “κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια”. Νομίζω πως βγαίνω απ’ το παράλογο, μέχρι που παίζει μαζί σου το φώς. Με ζωγράφο την Λίνα, η αγάπη μας “τρομάζει ωκεανό και σεισμογράφο”. Κουνιέσαι και πεθαίνω. Ρίχνω την πίστα μου από φώσφορο, στο έδαφος σου.Kοιμήσου εσύ κι εγώ θα ονειρεύομαι, σαν ήσυχος θεός θα εκπορεύομαι”. Ο θάνατος λυπάται να κρυφτεί. “Αναστενάζοντας φωτιές την πόρτα του άγνωστου χτυπάμε”. Τρόμοι, βύσματα κι εντάσεις. “Οι δυναμίτες της ψυχής μου, σπάν’ την πέτρα..”. Ορατές κι αόρατες πληγές και στην ντουλάπα τα άσπρα πέδιλα μου. Με συνοδεύουν, στη «συναυλία». Σε θυμάμαι να καπνίζεις Καρέλια στη σκάλα. Στέκομαι να πάρω εισιτήριο. Γυρνώ να σε δω να με περιμένεις. Σε έψαχνα μες στο πλήθος: “σ’ έβλεπα απ’ το πλάι κι έλεγα γελάει και σήμερα”. Η χαρά πάντα ίδια. Το σ’ αγαπώ μου. Και μετά να σε ψάχνω σε κάθε συναυλία. Ακόμα και σ’ εκείνες που δεν άξιζε να πάω. Αν ξοπίσω σου βρεθώ, όρκο έκανα: “να διψώ δεν θέλω”. Ησυχία γυρεύω. Η στιχουργός μου, απλόχερη. Δεν ρωτά ονόματα. “Το ξέρω το παιχνίδι: τ’ άσπρο πουκάμισο”. Αντικλείδι το σώμα μου και τα πέντε βράδια που χόρτασα τον κόσμο. Ρόδι που έσπασε η τύχη μου. Ταπεινά και σιγά πίνω και κοινωνώ. Και το αντίστροφο. Το παρόν μιλάει και “έχει η νύχτα σπασμένα τα φρένα. Θα χτυπήσω και θα ‘χω στο νου μου εσένα”. Σπίρτο πεταμένο στην καρδιά μου η προκοπή, που σου ‘χω πει ότι δεν. Δίκοπη αγάπη. Χρόνος γύφτος και μάστορας κρατά τα κλειδιά και δεν μπορώ να μπω σπίτι. Να πάρω “εκατό φορές για να μάθω αν ζεις” και “να σου πω ‘φιλιά’ με το φως σβηστό”. Απουσία. “Να φυλάω το ποτήρι που ‘χεις πιεί και να κάθομαι στη θέση που ‘χεις γείρει. Και μετά να καταλάβουν πες μου ποιοι, πως εδώ κι η απουσία διεγείρει”. Χτυπάω το ασυνείδητο και –καθόλου περίεργο– με υποδέχεται η Λίνα. Στις αυλές του χειμώνα. Σε παραμύθια που θέλω να νικάς εσύ. Χιονίζει μαύρο χιόνι και πεινούν οι πόνοι, “που όλα τα χατίρια μου τ’ άργησες πολύ”. Πέρασαν τα βράδια και “να θυμάμαι, ξέχασα”.Τ’ άσπρο πουκάμισο γίνεται χρυσό. Σε υποδέχομαι. Μην φοβάσαι. “Δεν θα σε βάλω εγώ ποτέ να μαγειρέψεις. Θα ‘μαι κοντά σου μοναχά σα με γυρέψεις. Μετά θα φεύγω πάλι να μ’ επιθυμείς”. Μαύρη τσάντα δε θα κρατάω ούτε στο γραφείο, ούτε στο σπίτι. Στα σπίτια. Που μπαίνουμε, βγαίνουμε, περνάμε. Περαστικοί. Σαν τον έρωτα, που έρχεται και σε βρίσκει απροειδοποίητα, και ‘μεις του λέμε ‘περάστε’”. Και μετά να αποφεύγω στα καταστήματα να γυρνώ που “όλα για σένα τα διαλέγω και γερνώ”,πετώντας απ’ την πρώτη σου ματιά. Απ’ του κόσμου τη χαρά αντίθετα, γίνομαι χαλί να με πατήσεις και με χτυπάει η καρδιά μου “που ψάχνω τραύματα ενώ είναι γιατρεμένα”. Που να σε δω θέλω, όταν δε με αναζητάς. Που η αγάπη μας μοιάζει σταυρωμένη κι “ότι σταυρώνεις το προσκυνάς”. Με τη Λίνα στο δεξί μου χέρι ανεβαίνω τη σκάλα τ’ ουρανού. Στο φως του παραδείσου. Εσύ “που ζεις παντοτινά δυο δάκρυα δωσ’ μου γιορτινά, να πίνω εδώ στα σκοτεινά γιατί είμαι διψασμένη”. Μοσχοβολώ σαν ευχή. Κόντρα στην αντοχή. “Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν είναι αυτό, καλή καρδιά πες μάτια μου, πες το και γραφτό”. Ατελείωτο. Γραφτό της Λίνας.

▲ Χειρόγραφο της Λίνας Νικολακοπούλου, Απρίλιος 1985