Πριν από χρόνια που πήγαινα σχολείο, είχα έναν αγαπημένο καθηγητή. Φυσικός ήταν. Μας μιλούσε συχνά για την εξέγερση του πολυτεχνείου όπως συνηθίζουν να μιλάνε  οι περισσότεροι από αυτούς που τότε είχαν βρεθεί μέσα ή εκεί κοντά. Τον ρωτούσαμε κι εμείς διάφορα για τις μέρες εκείνες, είτε από πραγματικό ενδιαφέρον είτε για να χάσουμε μάθημα.

Από τις ιστορίες  που μας είχε διηγηθεί υπάρχει μία που θυμάμαι χαρακτηριστικά και  συχνά την ξαναφέρνω στο μυαλό μου έχοντας βάλει εικόνα, ήχο, πρωταγωνιστές και κομπάρσους. Το συγκεκριμένο περιστατικό εκτυλίχτηκε τη βραδιά της 16ης Νοεμβρίου και ενώ οι φοιτητές σε λίγο θα έρχονταν αντιμέτωποι με την ιστορία. Ενώ λοιπόν κόσμος είχε μαζευτεί γύρω από το Πολυτεχνείο σ’ ένα κλίμα τεταμένο, απ’ ότι μπορούμε να φανταστούμε, η μπαλκονόπορτα στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας επί της οδού Στουρνάρη άνοιξε διάπλατα. Ένας σαραντάρης κύριος με πιτζαμούλα σετάκι πετάχτηκε έξω και απηυδισμένος φώναξε:

-Τι θα γίνει; Θα ησυχάσετε επιτέλους; Έχουμε χάσει τον ύπνο μας!

-Μα κύριε δεν κάνουμε πάρτι εδώ. Τη χούντα θέλουμε να ρίξουμε.

-Να πας έξω από το δικό σου το σπίτι να ρίξεις τη χούντα, ρε $@##@^!

Ο διάλογος είναι όσο ακριβής μπορεί να είναι ένας διάλογος που φτάνει στα αυτιά σου μέσω άλλων και με όσες αλλαγές μπορεί να έχει υποστεί μια ιστορία  από το ΄73.Το νόημα όμως είναι ένα. Σε τόσο σημαντικά για τον τόπο γεγονότα, υπάρχει ένα γενναίο ποσοστό πολιτών που ζει στην κοσμάρα του.

Όσες φορές στο παρελθόν είχα αναλογιστεί το συγκεκριμένο περιστατικό θεωρούσα πως η τότε ελλιπής ενημέρωση ήταν η αιτία. Η τηλεόραση έδειχνε σκοπίμως ποδόσφαιρο τις ημέρες του αναβρασμού. Η επίβλεψη και η λογοκρισία της κυβέρνησης του Παπαδόπουλου καθιστούσε όπως ξέρουμε από εξαιρετικά δύσκολο ως και παράνομο το να καταφέρει κάποιος να μην έχει μονομερή ενημέρωση.

Πέρασαν τα χρόνια και ήρθαν άλλοι καιροί. Πληθώρα εφημερίδων, καναλιών, ραδιοφωνικών σταθμών και πάνω απ’ όλα το διαδίκτυο. Φτάσαμε λοιπόν στο σήμερα σε μια άκρως κρίσιμη και σημαντική περίοδο για την Ελλάδα, για τη θέση της στην Ευρωπαϊκή ένωση  όπως και  σαφέστατα για την καθημερινότητα των Eλλήνων. Τα γεγονότα τρέχουν. Μέτρα, νέα μέτρα, ο λαός εξεγερμένος ενάντια στην κυβέρνηση, η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, η παράνομη καταστολή της αντίδρασης  του κόσμου. Μαζί με τα γεγονότα τρέχουν και  τα σοκαριστικά βίντεο και οι αφελείς ή μάλλον οι “προς αφελείς” δηλώσεις των υπουργών στη βουλή .

Μέσα στον κυκεώνα αυτό της ενημέρωσης ο αθάνατος κύριος με την πιτζαμούλα σετάκι είναι παντού. Μπορεί να βρίσκεται στο χώρο εργασίας μας, στη γειτονιά μας ή ακόμα χειρότερα στο φιλικό μας κύκλο (αυτό ψάξτε το λίγο). Εστιάζει στο δέντρο και χάνει το δάσος, βλέπει στη ζούλα καμιά είδηση ή κανένα βαθυστόχαστο σχολιασμό μεσημεριανής εκπομπής και τη μέρα που ψηφίζεται το μεσοπρόθεσμο απορεί και αναρωτιέται: «Γιατί πάλι φασαρίες στο κέντρο; Τς τς τς τς!». Το Δεκέμβριο του 2008 πλήθος Αθηναίων στεναχωρήθηκε για το χριστουγεννιάτικο δέντρο που κάηκε περισσότερο από ότι για το 15χρονο δεντράκι που κόπηκε. Δεν είμαι υπέρ των βανδαλισμών. Όμως ξέρω πια καλά πώς προκαλούνται και γιατί δεν απομονώνονται, όπως επίσης ξέρω και ποιους εξυπηρετούν. Ξέρω καλά πόσο αποπροσανατολίζουν οι βανδαλισμοί κάποιους πολίτες και πώς γίνονται πρώτο θέμα όταν  τα πρώτα θέματα περνάνε στα ψιλά. Πόσο σκόπιμο και στοχευμένο είναι αυτό από τη μία αλλά δυστυχώς πόσους πρόθυμους αποδέκτες έχει από την άλλη; Το 2011 λοιπόν και όχι  μόνο το 1973 βρέθηκαν πολλοί Έλληνες που δεν μπορούν να καταλάβουν τι  θέλουν πάλι και μας αναστατώνουν όλοι αυτοί που βγαίνουν στους δρόμους.

Καλέ μου κύριε κάτοικε της οδού Στουρνάρη, που αν σήμερα είσαι εν ζωή θα είσαι ογδόντα-βάλε και που η φυλή σου έχει κατακυριεύσει  τη χώρα -εξού και τα χάλια μας-, επιθυμώ να σ’ ενημερώσω πως ούτε και τώρα κάνουμε πάρτι. Επίσης δεν παίζουμε πόλεμο. Αντιστεκόμαστε και διεκδικούμε απλά. Τα υπόλοιπα που βλέπεις είναι παρελκόμενα, που δεν τα προκαλέσαμε εμείς. Αν και η εξήγηση αυτή δεν είναι αρκετή τότε μπες σ’ ένα φαρμακείο και την ώρα που οι άλλοι δίπλα σου θα αγοράσουν μάσκες για να προστατευτούν από τη βροχή των χημικών, εσύ πάρε ένα ζευγάρι ωτοασπίδες και όνειρα γλυκά.

ΥΓ: Σου αφιερώνω και αυτό: