#2
ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΝΤΟΥέΝΤΕ

Κατακαλόκαιρο με 40 βαθμούς κάνεις δρομολόγια σαν τους ταξιτζήδες –που είναι και επίκαιροι- χτυπώντας ωράρια διπλής βάρδιας. Σκηνικό γκούλαγκ κάπου στον ισημερινό. Ο ήλιος σε ρόλο αφέντη τιμωρού δεν κάνει τα στραβά μάτια ούτε σε εσένα ούτε στο τετράτροχο που κουβαλάει τη λιγοστή πραμάτεια σου και ένα λόχο βιβλία. Πρέπει να το παραδεχτείς πως ήταν η πιο λογοτεχνική μετακόμιση της μέχρι τώρα ζωής σου. Το αμάξι ασθμαίνει στην ανηφόρα. Ασθμαίνεις και εσύ. Για τσιγάρο ούτε λόγος. Άμεσος κίνδυνος αυτοανάφλεξης! Ο χρόνος πιέζει. Οι μέρες τρέχουν. Τα γεγονότα επίσης.

Τακτοποιείς το νέο σπίτι, ακούς ραδιόφωνο, μικρό διάλειμμα για να τσεκάρεις τα e-mail, κάνεις update τις νέες χημείες που λάνσαρε η ΕΛΑΣ κατά τη διαδικασία ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου. Γνήσιο computer-victim. Ο ιός των ημερών καραδοκεί και εισέρχεται επίσημα πλέον στον ηλεκτρονικό σου κόσμο ακόμα και αν εσύ βρίσκεσαι σε απόσταση μιλίων από το πεδίο εμβέλειας. Είσαι σε ανοιχτή επικοινωνία με το Σύνταγμα που φλέγεται, αναπνέεις σχεδόν τα χημικά τους, ακούς τις ανάσες τους, αλλά είσαι και εδώ. Συγκεντρώνεις τα άρθρα, κάνεις διορθώσεις. Στο διάλειμμα από τις κουρτίνες που ανεβάζεις και τα κουζινικά που τακτοποιείς, γιατί αν δεν το κάνεις θα φτάσουν ως το μπαλκόνι σου, ετοιμάζεσαι για το δεύτερο τεύχος. Ο χρόνος πιέζει. Οι μέρες τρέχουν. Τα γεγονότα επίσης. Και είναι κατακαλόκαιρο. Πρέπει να το δοκιμάσεις  και εσύ. Σπας λίγο πάγο χτυπώντας τον με το μεγάλο μπουκάλι ρούμι. Έτοιμο το mojito! Home-made καλοκαίρι!

Σκάει μήνυμα στο κινητό. Πρόταση από την Κ. και τον Α. για κάμπινγκ. Επιστροφή σε πατροπαράδοτες ρίζες. Βουκολικές διακοπές με φόντο το Βόρειο Αιγαίο. Τι καλύτερο! Πού καιρός και διάθεση για πολυτέλειες, ξενοδοχεία με ημιδιατροφή, κοκτέιλ στην πισίνα και λοιπές lux συνταγές. Δεν το σκέφτεσαι και πολύ. Η μηχανή είναι τσεκαρισμένη, το μπουφανάκι με το κράνος έχει τακτοποιηθεί ήδη στην εξάφυλλη ντουλάπα, που μυρίζει βερνίκι και συνθετικό ροκανίδι, και εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να σετάρεις το τρίτο τεύχος και να πάρεις άδεια από τη δουλειά για λίγες μέρες. Μετά οι δρόμοι σε περιμένουν. Easy-Rider  σε girly edition, χωρίς σκοτούρες, χωρίς υποχρεώσεις αναζητά επειγόντως το γαλάζιο. Γαλάζιο πάνω, γαλάζιο μπροστά, χρυσαφί και πράσινο. Αθάνατο ελληνικό καλοκαίρι! 

Και ξαφνικά εκεί, που απολαμβάνεις το δεύτερο ή τρίτο πράσινο κοκτέιλ σου και είσαι έτοιμη να μπερδέψεις το δυόσμο με τη δάφνη και το μπαλκόνι σου με την εξέδρα της Πυθίας, ακούς τη μηχανή σου να μαρσάρει. Θολώνει ο αέρας από τη σκόνη που αφήνει πίσω της, βουίζουν τα αυτιά σου από το θόρυβο. Στο ενδιάμεσο η μουσική υπόκρουση σου θυμίζει κάτι από τα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας». Εσύ βρίσκεσαι εκεί. Καρφωμένη στο μπαλκόνι του ισογείου σου. Ή μήπως όχι; 

Απομακρύνεσαι. Άνετη, ήσυχη. Πας να συναντήσεις το καλοκαίρι. Το μόνο που κουβαλάς μαζί σου είναι το κράνος σου. Τον υπνόσακο τον έχει αναλάβει ο γάτος του Τσέσαϊρ. Έχετε απομακρυνθεί τόσο πολύ πια. Εξαφανίζεστε. Αφήνοντας σκόνη, πράσινη λάμψη και μια απορία σε παρατηρητές και φιλοθεάμον κοινό. Γίνεστε καπνός.

Και μετά το τηλέφωνο. Αμείλικτο! Μια φορά, δυο φορές. Στην τρίτη καίγεσαι. Ο γάτος σε κοιτάζει από τη γωνία με τα πράσινά του μάτια γεμάτα παράπονο. Μια φωνή σαν αυτόματου τηλεφωνητή σε επαναφέρει βίαια:

«Λυπάμαι, αλλά δεν ζεις στη Χώρα των Θαυμάτων, δεν σε λένε Αλίκη και ο γάτος σου δεν είναι ο γάτος του Τσέσαϊρ. Επιπλέον, δεν θα καταφέρεις ποτέ να γράψεις βιβλίο μαγικού ρεαλισμού και ο Philip K. Dick ποτέ δεν θα σε επέλεγε για μια από τις ιστορίες του. Η μηχανή του χρόνου έμεινε από καύσιμα και εσύ επανήλθες βίαια στη στυγνή ελληνική πραγματικότητα. Συνεννοηθήκαμε; Ξύπνα, τώρα! Ο κόσμος φλέγεται».

Και τότε συνειδητοποιείς πως μάλλον έχεις πάθει overdose ή από το home-made mojito ή από τη «Μεσκαλίνη» της Στέργιας που διάβαζες χθες βράδυ ξανά και ξανά. Κοιτάζεις το γάτο που έχει λουφάξει στη γωνία και μονολογείς: «Μα εγώ το μόνο που δεν ήθελα ήταν να παριστάνω την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Το μόνο που ήθελα ήταν να καταφέρω να καταλάβω, πώς αυτή η χώρα που κάποτε ήταν η Χώρα των Θαυμάτων έχει κάνει πλέον πεπρωμένο της την αυτοκαταστροφή. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να προσποιούμαι άλλο τη χαζοχαρούμενη. Το μόνο που θέλω είναι να νιώσω πάλι άνθρωπος. Mπορεί να απέτυχα παταγωδώς στο να βγάλω άσπρους λαγούς από το καπέλο μου, μπορεί το γάτο μου να το λένε Τίγρη, μπορεί να μην νικήσω ποτέ την Κόκκινη Βασίλισσα, αλλά σίγουρα δεν είμαι εγώ αυτό που ψάχνετε να ποτίσετε με φύκια και μεταξωτές κορδέλες».

Ο γάτος βγήκε από το λήθαργο της οικογενειακής μας μελαγχολίας και πλησίασε στην κουζίνα. Στο γυρισμό κρατούσε στα δόντια του ένα ματσάκι δυόσμο και ένα καλαμάκι. Τώρα ήξερα. Το τετράποδό μου, εγώ, εσύ, το mojito, το στενό πέρασμα και η 1000άρα μηχανή: όλα έχουν το ρόλο τους. Μπορεί να μην ζούμε πλέον στη Χώρα των Θαυμάτων, αλλά σίγουρα το μαγικό φίλτρο δεν γίνεται με συνταγή. Δεν χορηγείται σε τρεις δόσεις. Δεν είναι tavor και κυρίως δεν ενδείκνυται η χρήση του μόνο σε περιόδους Ευρωπαϊκών Συνόδων και Μεσοπρόθεσμων. Πετυχαίνει μόνο με μία προϋπόθεση. Θέλει ψυχή. Και αυτήν δεν μπορούν να την πάρουν, έτσι εύκολα. Το βάζει στα πόδια. Είναι μποέμ, θρασύς, φουριόζα, ονειροπαρμένη και κατοικεί μαζί με τους εναπομείναντες ρομά του καιρού μας στα μεγάλα τετράγωνα κουτιά της αστικής μας πραγματικότητας.

Μαίρη Κλιγκάτση
© 2017 ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine. All rights reserved Σχετικά με το ΝΤΟΥέΝΤΕ Συντελεστές Όροι χρήσης Διαφημιστείτε