Την προηγούμενη εβδομάδα, έπεσε στα χέρια μου ένα άρθρο του Ηλία Μαγκλίνη από την Καθημερινή με τον τίτλο: «Ο χρυσούς αιών του βιβλίου τελείωσε». Ομολογουμένως ενδιαφέρον, ομολογουμένως στενάχωρο, ομολογουμένως η πραγματικότητα.

Περιορισμός εκδιδόμενων τίτλων, μειωμένη παραγωγή, λουκέτο σε εκδοτικούς οίκους (βλ. Ελληνικά Γράμματα), περικοπές στα ποσοστά αμοιβής των συγγραφέων. Δεν θα σταθώ στα πρώτα. Περικοπές στις αμοιβές των συγγραφέων. Καμπανάκι! Εδώ θα σταθώ. 

Η αμοιβή του συγγραφέα ανέρχεται σύμφωνα με τους πιο αισιόδοξους υπολογισμούς στο 15% των εισπράξεων. Πράγμα που σημαίνει ότι το υπόλοιπο 85% -αν δεν με εξαπατούν οι μαθηματικές μου ικανότητες- διαμοιράζεται στους υπόλοιπους συντελεστές, ήτοι μεθερμηνευόμενο: εκδότες, γραφίστες, επιμελητές έκδοσης και λοιπούς φορείς. 

Συνεπώς, αυτή τη στιγμή η συγγραφή ενός βιβλίου, δηλαδή η ιστορία, η πλοκή, οι χαρακτήρες και επιπλέον ο χρόνος που αφιέρωσε ο συγγραφέας, η μελάνη που έσταξε, η ψυχή του ολόκληρη, αποτελούν απλά περίπου το 1/6 του συνόλου. Φαιδρή μου πραγματικότητα! Πνευματική δημιουργία για 15 τάλιρα. 

Αναρωτιέμαι τελικά, τι θα επιμελούνταν ο φιλόλογος ή τι θα σέταρε ο γραφίστας [και για να εξηγούμαστε, δεν έχω κανένα θέμα με κανέναν από τους παραπάνω συντελεστές] αν δεν υπήρχε η ιστορία, αν δεν υπήρχαν οι λέξεις; Μάλλον τίποτα. 

Αναρωτιέμαι. Υπάρχει κανείς που πιστεύει ακόμα, πως αυτή η πραγματικότητα δεν αποτελεί βιασμό της δημιουργίας; Και θα με ρωτήσετε με τη σειρά σας, γιατί όλη αυτή η περιγραφόμενη κατάσταση να αποτελεί άρθρο στο κομμάτι των Παρα-πολιτικών; Γιατί ξεκάθαρα, η όλη διαδικασία δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από έναν παρά φύση βιασμό της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Και αυτό δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια ξεκάθαρα στοχευμένη πολιτική περιστολής της καλλιτεχνικής έκφρασης. 

Για αυτό σου λέω, φίλε και συνοδοιπόρε, γραφιά μου: Η πραγματικότητα ήταν πάντα σκληρή. Μπορείς να εξοικονομήσεις χρήματα κάνοντας μεταφράσεις σε ξενόγλωσσα έργα, κάνοντας επιμέλειες σε βιβλία αλλωνών ή ακόμα-ακόμα μπορείς να βρεις έναν πλούσιο σύντροφο να νυμφευτείς ή να τζογάρεις στον αριθμό 23 στο καζίνο, μήπως και λύσεις το βιοποριστικό σου πρόβλημα. Λυπάμαι, αλλά η κλίση σου και η ανάγκη σου δεν σου επιτρέπουν να ζήσεις μια αξιοπρεπή ζωή, αφοσιωμένος στο έργο σου. Αν τώρα είσαι και νεούδι στο χώρο; Αλίμονό σου! Ευχαριστώ να λες, αν αποφύγεις τη συγχρηματοδοτούμενη έκδοση. Ευχαριστώ να λες, αν συνειδητοποιήσεις ότι κάποιος πίσω από τις λέξεις σου διέκρινε έστω και σε πρωτόλειο στάδιο ένα ταλέντο άξιο να σπάσει την παρθενιά της έκδοσης.

Τα πράγματα δεν θα γίνουν καλύτερα. Και η δική σου η στόφα είναι μονίμως καταδικασμένη στο 15%. Ίσως και λιγότερο. Ο χρόνος σου, το μελάνι σου, οι λέξεις σου δεν αξίζουν τίποτα περισσότερο από 2.4 ευρώ σε ένα βιβλίο που πουλιέται για 16. 

Η τέχνη της συγγραφής είναι χόμπι για ισχυρούς. Ενίοτε και για βολεμένους. Και εσύ δεν είσαι τέτοιος. Ποτέ δεν ήσουν! Για αυτό σου λέω. Παράτα τις πένες και τα μολύβια σου, πάρε ένα άρλεκιν, πήγαινε στην κοντινότερη παραλία και απόλαυσε τον καύσωνα αγκαλιά με μπύρα από την Καραϊβική. Πού καιρός για λογοτεχνία; Δεν υπάρχουν στις μέρες μας καλλιτέχνες. Πέθαναν. Στις μέρες μας ευδοκιμούν μόνον, οι καλλιτέχνες της λογικής. Και αυτοί δεν είναι άλλοι από τους επιχειρηματίες.

Μετά τιμής και αλληλεγγύης στις μελάνες που στοίχειωσαν τα συρτάρια των απανταχού απογοητευμένων γραφιάδων,
Μαίρη.