#2
ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΝΤΟΥέΝΤΕ

ΜΙΣΟΣ ΠΑΡΕΣΤΙΓΜΕΝΟΣ
Εξόδιος ακολουθία

Ακόμα δεν ξεπέρασα τις αντοχές της νύχτας.
Φωνάζω, με τα σάλια μου να τρέχουν στο στήθος. «Εδώ! Ξεπαρθενεύτηκα.
Μου λείπει ένας υμένας». Ραφή δε δέχομαι, βελόνα δε μ΄ αγγίζει.
Εξοστρακισμός ανακόλουθος της επιθυμίας.

Του Δημήτρη Γλυφού.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΜΕΣΚΑΛΙΝΗ
Υπέρ πίστεως

Μόλις έφυγα από τον «Οθέλλο» και το μυαλό μου τρέχει σε πίστες. Όχι αγώνων. Ναι! Αγώνων! Αγάπης αγώνας δρόμου και δεν με βλέπω να πιάνω ούτε το χάλκινο. Ο κόσμος στις κερκίδες κοιτούσε το φεγγάρι που ήταν έτσι γεμιστό γεμιστό κι έκανε τον μαύρο ουρανό να μοιάζει παιχνιδάκι στα χέρια του. Η σελήνη είναι γυνή. Τι περίμενες. Ρωτούσε ο ένας τον άλλο εάν είχε πανσέληνο. Ιδέα δεν είχα. Αν είχε, θα με βόλευε. Να αποδώσω στα αστρικά μαντάτα την τρέλα που με γαργαλίζει από το πρωί.

Της Στέργιας Κάββαλου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Με ξεναγό τη Βαλεντίνα, τα παιδιά κλείνουν εισιτήριο για δυο από τις μεγαλύτερες πόλεις. Επειδή διακοπές σημαίνει και ταξίδι. Επειδή τα παιδιά, πριν απ’ όλους, διψάνε να γνωρίσουν τον κόσμο.

Της Στέργιας Κάββαλου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Η πυλωτή του κήπου μας το φθινόπωρο ήταν γεμάτη σκιές. Οριζόντιες σκιές, κάθετες σκιές, διαγώνιες σκιές. Άπλες σκιές, περίπλοκες, σκιές πραγμάτων, σκιές από γάτες, και καμιά φορά σκιές που μου φαίνονταν πως περπατούν.

Του Γιώργου Μουστάκη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΥΓΡΕΣ ΝΥΧΤΕΣ
Όλη μου η ζωή

Κοντεύω τα σαράντα. Είμαι στο σπίτι. Πριν από 5 λεπτά πέταξα απ’ το μπαλκόνι μία μεγάλη, τετράγωνη βαλίτσα χρώματος γκρι. Διέγραψε κάθετη, επιταχυνόμενη πορεία ως το πεζοδρόμιο. Παραλίγο να σακατέψω κάποιον αθώο, ανυποψίαστο περαστικό. Κοντεύω τα σαράντα. Δεν είμαι δα και τόσο μεγάλος ώστε να χρησιμοποιώ βαλίτσα. Δεν είμαι όμως και τόσο μικρός ώστε να την πετάω απ’ το μπαλκόνι χωρίς να νοιαστώ για τις συνέπειες.

Του Νίκου Μπελάνε.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΑΝΟΧΥΡΩΤΕΣ ΡΙΜΕΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ...
Ηλεκτροφόρα Καλώδια οι Μέρες της ζωής μου

Θ’ ακούσεις τη
μέρα μου..
που τρίζουν τα
δόντια
με σφιγμένες αισθήσεις
ενώ τα δάχτυλα
αρνούνται τα χάδια

Της Ευαγγελίας Πατεράκη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΔΙΠΟΛΙΚΗ ΑΡΚΟΥΔΑ
Τα πινέλα

Πρωί βράδυ. Μεσημέρι. Ίσως και το απόγευμα. Αλλά κυρίως πρωί βράδυ. Ακόμα πιο έντονα την έβδομη μέρα. Σίγουρα όμως, το πρωί της έβδομης, γιατί απλά τη νύχτα σκέφτομαι την επομένη. Το ξημέρωμα της επομένης. Και τότε κρυώνω. Είναι Αύγουστος σήμερα. Κάνω βόλτες με βήμα γρήγορο, τρέχω για ώρες, γιατί κρυώνω. Ξεφυτρώνω απότομα στα δωμάτια του σπιτιού μου, σα παγωμένο ξερό γαρίφαλο. Φυτρώνω και μαραίνομαι. Με ποτίζω με επανάληψη.

Του Νίκου Ρουμπάκη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Η ΠΟΛΗ ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Οι εχθροί

Χρόνια προσπαθούσαμε να σπάσουμε τους Εχθρούς. Εγώ από παιδάκι. Ήταν μια ωραία γιορτή. Ντυνόμασταν τις κουκούλες και τα περιβραχιόνια. Με τις σάκες στην πλάτη, με στουπιά από μπίρα και νεράτζια μπολιασμένα ξυράφι. Με τις σημαίες ν’ ανεμίζουν και τα κασκόλ τεντωμένα στα μάτια και τα βαμβάκια ραντισμένα νερό για να τραβάμε αέρα όταν αυτοί θα έριχναν τα πρώτα. Γιατί πάντα έριχναν τα πρώτα. Κι ύστερα ντου: είμαστε πιο πολλοί, μη φεύγετε, σταθεροί, κρατάτε τα πλάγια, πρόσεχε τον μικρό, δεν είναι δικοί μας, φέρτε τις πλάκες, βγάλτε τους λοστούς, φύγε, μας έκλεισαν, φύγε.

Του Δημήτρη Τανούδη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Έσταξε ιδρώτας στα πλήκτρα
Κάποτε έσκιζες χαρτιά
με θόρυβο
Τώρα όλα γίνονται σιωπηλά
Ακόμα και το κλάμα
δεν ακούγεται πια
Ενενήντα εννιά πλήκτρα
να δηλώνουν
το παρόν σου

Της Έλλης Φθενάκη.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

© 2017 ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine. All rights reserved Σχετικά με το ΝΤΟΥέΝΤΕ Συντελεστές Όροι χρήσης Διαφημιστείτε