Μεγάλη η νύχτα, αξόδευτη
Νεφέλωμα και πέπλο και φθορά
Αναπνοές στεγνές, ράθυμες, τυλιγμένες σε ξένα σώματα
Πλαστικά, χάρτινα, ξύλινα
Μέσα ·μέσα· μέσα μου δεν ζούσαν
Στις φωλιές, στις πτυχώσεις, στα κάδρα, στις κουρτίνες

Ώρες πολλές μετρά η ρωγμή ξαπλωμένη στο στήθος
Ανάσκελα διπλώνεται, γαντζώνεται, λούζει το ταβάνι με αστοχία
Ό,τι σχήμα κι αν της έδωσα στο τέλος ψίχουλα γινόταν
Η ένωση πονά περισσότερο από τη λύση
Κι ο έρωτας μου ερείπια κερνούσε την αθανασία·  και την εικόνα σου 

Ψηλά ατένιζα
Ψηλά κρεμιέται η ελπίδα, λένε
Εκεί αυτοκτονεί θλιμμένη κι άπιαστη
Κάτι βραδιές που ζευγάρια, κραυγές ανταλλάσσουν και ψέματα
Θνητοί οι εραστές και σακάτηδες

Κάηκε η ρωγμή, το στήθος, ο έρωτας
Μαζί με το τσόφλι που είχα αφήσει στο κομοδίνο
Συλλέκτες δευτερολέπτων που ‘πέφταν από το ταβάνι.
Πόσοι ακόμα μάρτυρες της αθωότητας; 
Πόσες ακόμα ελεγείες θα γραφτούν;
Ο χρόνος αδίστακτος

Ξημέρωσε, νομίζω
Η ελπίδα παρέτεινε την αυτοκτονία της για ένα βράδυ 
Μια νύχτα ακόμα
Ξεσκέπαστη, βουβή να παίξει κορώνα γράμματα τη μοναξιά του δωματίου της λήθης
Ξέχασα να θυμάμαι
Ξημέρωσε

 

▲ Photo by Κωνσταντίνος Δουμπενίδης
► Στις λέξεις η Μαίρη Κλιγκάτση