Τη φθορά ακούς. Αυτή χαλά την ηρεμία. Τη φθορά που πλησιάζει ευγενικά, τραβώντας τον γερασμένο αιθέρα απ' τα μαλλιά,  τον σέρνει άθελά του.

Οι φτέρνες του πληγωμένες, το σαγόνι που κρέμεται ξερό, η γλώσσα να λείπει ξεστομίζοντας πυκνά φωνήεντα, με δόντια μισά, ετοιμόρροπα, σπασμένα, μερικά σάπια σαν λίμνες στεγνές,

και αυτός να τρέμει από ντροπή, ίσα-ίσα για να σε κάνει να γύρεις το κεφάλι, σαν ν' άκουσες μια σκέψη, σχεδόν νεανική, ενός παιδιού που ονειρεύεται.

Αυτήν ακούς, που με βήμα αόρατο πλησιάζει και πίσω της ακολουθούν μυριάδες, εκατοντάδες τάγματα με τη Γη να σείεται και το χώμα να ανατέλλει σα σύννεφο θαμπό, που τυφλώνει τους πνεύμονες.

Μπροστά οι νεότεροι με λερωμένα παντελόνια, τα όπλα προτεταμένα, σφιχτά στον ώμο να κλειδώνουν, έτοιμοι να ρίξουν τις πρώτες σφαίρες χρωματισμένες κόκκινες. Σφαίρες με χαραγμένα ονόματα να στοιβάζονται στον σκουριασμένο γεμιστήρα. Ο φόβος τους, ανάγλυφος στο θώρακα· οι απλοί στρατιώτες.

Μετά οι κοντινοί τους βαθμοφόροι στολισμένοι με ασημένια σύμβολα και καθαρά παπούτσια να διοικούν τα κράνη, να κρύβουν την αμηχανία στο μαζικό τους βάδισμα.

Πιο πίσω οι ονειροπόλοι, οι ενδιάμεσοι, οι ασύρματοι μεταφορείς, να κοιτούν  ψηλά πλάθοντας φανταστικές μάχες με ήρωες τους ίδιους, το πέτο τους βαρύ και εντολείς των πάντων.

Και 'κει στο λόφο, εκεί που σε τυφλώνει ο ουρανός, εκεί στέκουν οι αγαλματολάτρες, με νεύματα που σχίζουν στα δυο τη σκέψη. Στολές που λάμπουν, χρυσές κλεψύδρες στο γιακά, με δυο σπαθιά ολόγυρα, το χέρι τους να χαϊδεύει τη ξύλινη λαβή του όπλου, το άλλο κρυμμένο ανάμεσα από κουμπιά σαν άλλοι Ναπολέοντες.
Παράσημα που κρέμονται για μάχες που δεν δόθηκαν,
για μάχες άμαχες,
σπαθιά άμαθα,
και παλάμες μεταξένιες,
ηρωικά γραμμένες στις λευκές σελίδες του μυαλού.

Τις φθορές ακούς.

Φθορές να συνωστίζονται στην πύλη της εξόδου, να βγουν από το εγωιστικό κέλυφος του Πατέρα χρόνου.